Δευτέρα, Ιανουαρίου 01, 2007
Κάπως διαφορετικά φέτος …
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 27, 2006
Ho! Ho! Ho! Someone is coming to town!
Sunrise above Greece, 26 December 2006 8:29 am
Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2006
Raindrops keep falling ...





Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006
Happy ever after ... (updated)
Ακολουθώντας την Κοκκινοσκουφίτσα...
Σκηνή από την ταινία ..."Ήταν όλα τους στρουμφάκια"
Στα χνάρια του κοντορεβυθούλη.Πάλι μας γέμισε ψίχουλα αυτό το παιδί
Μόλις πέρασε η Ποκαχόντας με το κανό της.
χο χο ... χο χο ... ετραγουδάγανε και οι εφτά νάνοιστο διάβα τους για το ορυχείο
Όχι! Δεν φοβάμαι καθόλου. Το χτίσανε Έλληνες εργολάβοι!
αλλά επειδή παθαίνω κάτι τις με τα ύψη είπα να κάτσω χάμου
... και η επιστροφή αν και θα μπορούσε να ήτανε καιτο κάστρο της ωραίας κοιμωμένης!
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006
Mapping the moon again

Ξέχασα κανέναν;
Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006
Shoot for the moon
you will still be among the stars.”
(Περιττό να σας πω
ότι με άκουσε όλη η γειτονιά χτες το βράδυ
όταν έβγαλα αυτή την φωτογραφία.)
Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006
Από αύριο ...
Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006
Carpe diem: Μέρος 3ο ... Αϋπνίες
Ένα είναι πάντως σίγουρο. Ότι “θα χεστώ στο τάλιρο”!!! Τουλάχιστον έτσι μου μαρτύρησαν τα χαρτιά εκείνη την ζεστή ημέρα του Αυγούστου ... ή για την ακρίβεια ο Γιάννης. Οι δουλείες θα πάνε περίφημα. Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ να μου λέει και να μου ξανάλεει.
Τώρα βέβαια που έχει περάσει κάνας μήνας και βλέπω τα πράγματα με λίγο περισσότερη ψυχραιμία μπορώ να πω ότι δεν είχε και άδικο. Για να ξεχάσω ότι συνέβη το καλοκαίρι, έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Όλο τον Σεπτέμβρη, ξύπναγα κατά της οχτώ, έπιανα δουλειά κατά τις εννιά και γύρναγα σπίτι κουρέλι απ’ την κούραση κατά της έντεκα - δώδεκα το βράδυ. Πως να μην πάει καλά η δουλειά; Απομακρύνθηκα από τους φίλους μου λιγάκι και άφησα τον εαυτό μου να χαθεί μέσα στα bites του υπολογιστή μου. Και όλα αυτά για να βρω λίγο από τον χαμένο μου εαυτό ... λίγο από την χαμένη μου λογική και ίσως λίγο ηρεμία στην ψυχή μου.
Ο Γιάννης έλεγε και ξανάλεγε ... “θα τα πας περίφημα με την δουλειά. Το λένε ξεκάθαρα τα χαρτιά. Βλέπεις τον Έρμή; Βλέπεις τον Κρόνο;” Και μου έδειχνε τα πολύχρωμα σύμβολα στα ξεφτισμένα, από την πολύ χρήση, χαρτιά. “Όλα θα πάνε καλά. Βλέπω πολλά λεφτά!” Τον άκουγα και εγώ για κανένα τέταρτο και δεν έλεγα τίποτα, μέχρι που κάποια στιγμή σηκώνω το βλέμμα μου από τα χαρτιά και του λέω “Ξέρεις κάτι ... και ελπίζω να μην με παρεξηγήσεις αλλά δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα ...” Και ίσως το βλέμμα να με πρόδωσε, ίσως ο αναστεναγμός αλλά αμέσως κατάλαβε τι με πονούσε και με μια κίνησε μάζεψε όλα τα χαρτιά και άρχισε να ανακατεύει για άλλη μια φορά το μέλλον.
Και είναι ενδιαφέρον πως ένας μάντης βλέπει μόνο προς το μέλλον και ποτέ προς το παρελθόν. Ίσως γιατί σε τετελεσμένα γεγονότα δεν μπορούν να είναι διπλωμάτες. Αλλά ο Γιάννης, όσο τον θυμάμαι από το πανεπιστήμιο, είχε πάντα μια νοοτροπία που ζήλευα. Ποτέ δεν κοιτούσε τους βαθμούς που είχε πάρει, αλλά τους βαθμούς που μπορούσε να πάρει. Τι και αν σήμερα έβρεχε. Αύριο θα είχε ήλιο. Βέβαια, στο Λονδίνο ζούσαμε, και έβρεχε κάθε μέρα, αλλά πάντα κοιτούσε μπροστά και ποτέ πίσω. Και πάντα με μία απίστευτη αισιοδοξία.
Και αρχίζει να μου ρίχνει πάλι τα χαρτιά και στο κέντρο αυτή τη φορά να βρίσκεται η Αφροδίτη. Και ενώ έπιασα τον εαυτό μου να κρέμεται από τα χείλη του και να περιμένω να μου πει αυτό που ήθελα να ακούσω, ρίχνοντας μου μια πονηρή ματιά γυρνάει και μου λέει με την αισιοδοξία που πάντα τον διακατείχε ... “Βλέπω να ερωτεύεσαι και πολύ σύντομα. Βλέπω απίστευτα σφοδρό έρωτα πολύ κοντά ... να σου έρχεται από την θάλασσα. Τρελός έρωτας ... ”
Εγώ είχα μείνει άφωνος και μα το θεό, νομίζω ότι είχα και το στόμα μου ανοιχτό εκείνη τη στιγμή. Περίμενα να μου πει για τον πρώην έρωτα μου ... για την πονεμένη μου καρδιά, για το πως θα καταλήξει η ιστορία αυτή που δε λέει να τελειώσει ... και αυτός μου έλεγε για καινούργιους έρωτες! Από την θάλασσα! Όσο ο Γιάννης έβλεπε το ποτήρι γεμάτο, τόσο το έβλεπα άδειο εγώ. Μόνο καινούργιους έρωτες δεν ήθελα αλλά ο Γιάννης επέμενε. “Τρελός έρωτας ... από την θάλασσα ... εδώ το λένε ξεκάθαρα τα χαρτιά” και με τον δείκτη του χεριού του να μου δείχνει μία την Αφροδίτη μία την θάλασσα.
Δεν νομίζω να είπα και πολλά εκείνη την στιγμή και άφησα τον Γιάννη να συνεχίζει να ρίχνει τα χαρτιά και να μου λέει πως θα ερωτευτώ ξανά και ξανά ... και ξανά ... Και τα τραπουλόχαρτα στα χέρια του κοντεύανε να τελειώσουν και το τραπέζι στο καφέ που βρισκόμασταν είχε γεμίσει σύμβολα και χρώματα. Πλέον είχαμε τραβήξει ακόμα και την περιέργεια των περαστικών που μας ρίχνανε κανένα βλέμμα στα κλεφτά. Ο δε μπάρμαν όλο και μας στριφογύριζε προσπαθώντας να καταλάβει τι κάναμε.
Λίγο θύμιζε τα φοιτητικά μας χρόνια και ένοιωθα μια γλυκιά νοσταλγία, παρόλο που ποτέ δεν είχε ρίξει σε μένα προσωπικά τα χαρτιά. Κοιτούσα τα σύμβολα στα χαρτιά και άλλα τα αναγνώριζα, και άλλα όχι. Αλλά όπως κάθε τράπουλα χαρτομαντείας, έτσι και αυτή εδώ η τράπουλα, είχε και ένα χαρτί που δύσκολα ξεχνάς. Και ένας σωστός μάντης δεν θα σταματούσε ποτέ πριν ακουμπήσει στο τραπέζι το δρεπάνι του χάρου. Και τ΄ ακούμπησε ... εκεί δίπλα στο χαρτί του πατέρα μου ... και το είδα ... και δεν είπα τίποτα.
“Είναι καλά ο πατέρα σου;” με ρώτησε ο Γιάννης. Και μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, όλες εκείνες οι εικόνες τα τελευταία δύο χρόνια από τα νοσοκομεία περάσανε από το μυαλό μου. Και ακόμα χειρότερα, εκείνο το πρωινό, παραμονές δεκαπενταύγουστου, έτρεχα στο νοσοκομείο με τον πατέρα μου να προλάβουμε τους γιατρούς πριν φύγουν διακοπές. Βλέπεις, ο πατέρας μου, πριν από δύο μήνες, αποφάσισε να σταματήσει να παίρνει τα φάρμακά του γιατί θεώρησε ότι δεν τα χρειαζόταν. Αισθανόταν περίφημα μετά από την απίστευτη περιπέτεια της υγείας του, και μιας και εγώ είχα πάψει να τον ελέγχω κάθε μέρα μετά από δύο χρόνια θεραπείας, τα είχε θεωρήσει περιττά. Και σήμερα που σηκώθηκε και ήταν άσπρος σαν το πανί μόνο τότε μου το είπε.
Δεν χρειάστηκε να πω πολλά στον Γιάννη για το πόσο είχαν στραβώσει τα πράγματα. Ένα μόνο πράγμα μου είπε “Πρόσεχέ τον” και με μια κίνηση μάζεψε όλα τα χαρτιά από το τραπέζι και τα έκρυψε στην τσάντα του. “Δεν θα σου πω τίποτα άλλο παρά μόνο πρόσεχέ τον.” Πρέπει πάντως να είχα χλομιάσει εκείνη την στιγμή και για λίγο επικράτησε σιγή στο τραπέζι.
Αλλάξαμε θέμα και σε λίγο η ατμόσφαιρα αλάφρωσε αλλά εμένα το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από αυτό το τελευταίο. Τώρα θα μου πείτε ... κάπου πρέπει να πέσει και αυτό το χαρτί ... σωστά; Κάπου και ο Γιάννης με την δουλειά αυτή, λίγο θεατρινισμό να τον έχει αποκτήσει. Σωστά;
Φεύγοντας από το καφέ, καθώς ανταλλάσσαμε κινητά τηλέφωνα, γυρνάει και μου λέει ο Γιάννης, “Ανδρέα ... τα χαρτιά δεν προβλέπουν τον μέλλον. Απλά σου λένε τι μπορεί να συμβεί αν δεν κάνεις τίποτα για να αλλάξεις τις καταστάσεις στον παρόν. Αν προσέξεις τον πατέρα σου όλα θα πάνε καλά. Αν δεν θες εσύ να ερωτευτείς, δεν πρόκειται να συμβεί. Εμείς δημιουργούμε το μέλλον μας. Κανένας άλλος.”
Εκείνο το βράδυ γύρισα σπίτι αργά και ξεθεωμένος. Ξάπλωσα προσπαθώντας όπως πάντα να ξεχάσω, αλλά πλέον οι σκέψεις είχαν γίνει πολλές και βασανιστικές. Και έτσι ξαπλωμένος ανάσκελα, έκλεισα τα μάτια μου και άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει. Όσο και να προσπάθησα πάντως, εκείνο το βράδυ δεν κατάφερα να κοιμηθώ.
συνεχίζεται . . .
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2006
Carpe Diem: Μέρος 2ο ... Ο Μάντης
Τις προάλλες κάνοντας βόλτα στα μαγαζιά έπεσα πάνω στον Γιάννη. Φίλος από τα παλιά. Συμφοιτητής από τα χρόνια του Λονδίνου. Είχε και έναν διαολεμένο ήλιο εκείνη την μέρα, μια αφόρητη ζέστη, και αποφασίσαμε να πάμε για καφέ να τα πούμε. Είχαμε να βρεθούμε από την ημέρα της αποφοίτησης το ’92 και είχαν μαζευτεί πολλά νέα.
Ο Γιάννης ήταν πάντα ένα ιδιαίτερο παιδί. Σπούδαζε Αγγλική φιλολογία και είχε απίστευτη έφεση στις γλώσσες. Εκτός από τις πέντε βασικές γλώσσες που αυτός θεωρούσε ότι κάθε ευρωπαίος πολίτης θα έπρεπε να μιλούσε άψογα, ήξερε και Τούρκικα σε περίπτωση που τους βάζανε και αυτούς μέσα στην ΕΟΚ. Όσο εγώ δεν σκάμπαζα μία στα Αγγλικά, τόσο αυτός μιλούσε άψογα λες και ήταν η μητρική του γλώσσα. Ένας άνθρωπος πολύ χαρισματικός.
Αλλά τα χαρίσματά του δεν σταματάγανε εκεί. Εκτός από την έφεσή του στις γλώσσες, είχε και άλλο ένα μοναδικό χάρισμα ... να βλέπει το μέλλον ... ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν. Ουρά κάνανε τα παιδιά στα διαλείμματα για να τους ρίξει τα χαρτιά. Θυμάμαι το τραπέζι στην καφετέρια γεμάτο τραπουλόχαρτα να προβλέπει τα πάντα … από συναισθηματικά έως και τα θέματα στις εξετάσεις.
Εγώ φυσικά τα έβλεπα και γελούσα. Μια ζωή άνθρωπος της λογικής και της επιστήμης. Λάτρευα τα μαθηματικά και την στατιστική. Για μένα οι αριθμοί και τα ποσοστά δείχνανε το μέλλον, όχι μια τράπουλα με περίεργα σχήματα. Τα bites στα κομπιούτερ είχανε νόημα. Όχι περίεργα σχέδια σε κομμάτια χαρτί. Δεν έριχνε τα Ταρό. Νομίζω ότι έριχνε τα χαρτιά με μια τράπουλα που λεγόταν Χαν. Αλλά δεν ήταν η ίδια η τράπουλα που σε έκανε να πιστεύεις αυτά που σου ‘λέγε. Ήταν ο τρόπος που στα έλεγε. Ήτανε η φωνή του που μάγευε όλους. Ο τρόπος που έριχνε τα χαρτιά και σχήματα από το πουθενά εμφανιζόντουσαν μπροστά σου. Φοβερό χάρισμα επικοινωνίας που πάντα ζήλευα.
Και εκεί που καθόμασταν και πίναμε παγωμένο καφέ, γυρνάει και μου λέει. “Θα σου ρίξω τα χαρτιά … κάτι σε βασανίζει και δεν μου το λες”. Εντωμεταξύ από τι μου έλεγε έχει γίνει εξπέρ μιας και πλέον είναι το επάγγελμά του η χαρτομαντεία! Τρέχει από το πρωί ως το βράδυ και λέει τα χαρτιά. “Και πιο είναι το ποιο συνηθισμένο πρόβλημα που σε ρωτάνε οι πελάτες σου;” των ρώτησα κάποια στιγμή ... και τι νομίζεις ότι μου λέει; Εγώ φανταζόμουν θα τον ρωτάγανε για λεφτά, για το ποίος αγαπάει ποιόν, για το αν τους απατάνε; Γυρνάει και μου λέει ... “Δεν ξέρουν ποιον να διαλέξουν! Έχουν συνήθως δύο τρεις γκόμενες ή γκόμενους και δεν ξέρουν ποιόν να κρατήσουν! Και τους λέω εγώ ... άμα δεν ξέρεις να διαλέξεις εσύ που κοιμάσαι στο ίδιο κρεβάτι μαζί τους, ποιος θα σου διαλέξει; ... το χαρτί;”
Αρχίζει να ανακατεύει τα χαρτιά και με βάζει να κόψω. Μου ρίχνει και μία προσευχή και εγώ να του λέω ... “Μα τι κάνεις; Δεν θέλω. Δε θυμάσαι; Ποτέ δεν ήθελα να μάθω ...” και ο Γιάννης να συνεχίζει ... και ένα ένα τα χαρτιά να προβάλουν πάνω στο τραπέζι και το μέλλον να ξεδιπλώνετε μπροστά στα μάτια μου.
συνεχίζεται . . .
Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006
Carpe Diem: Μέρος 1ο ... Χωρισμός
Όσο θυμάμαι την πρώτη εβδομάδα ... ήταν ανυπόφορη. Δεν έλεγε να περάσει. Σαν ένα αργό βασανιστήριο. Θυμάμαι εκείνη την εβδομάδα χωρίς μουσική, χωρίς ήχους ... άοσμη ... άχρωμη. Οδηγούσα για ώρες χωρίς ραδιόφωνο για παρέα. Στο σπίτι είχε απλωθεί νεκρική σιγή. Επέλεξα την σιωπή λες και ζούσα έναν θρήνο. Ούτε τηλεόραση ... ούτε ράδιο ... σώπασα και εγώ και δεν είπα τίποτα. Ούτε σε φίλους, ούτε σε γονείς ούτε σε αδέλφια. Βυθίστηκα μέσα στην σιωπή και στην δουλειά μήπως και ξεχάσω.
Και μπήκε και η δεύτερη εβδομάδα και ήταν ακόμα πιο μαρτυρική. Έπρεπε να κλείσω αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου πάση θυσία. Αυτή η “αρρωστημένη” σχέση που με βασάνιζε από τον Φλεβάρη. Δεν γελούσα και πολύ απ΄ όσο θυμάμαι. Επιδίωκα την παρέα των φίλων μου μόνο και μόνο για να μην είμαι σπίτι τα βράδια μόνος μου. Ήθελα τόσο πολύ να ακούσω στο τηλέφωνο εκείνη την φωνή που με κάνει να χαμογελώ. Ήθελα τόσο πολύ να γευτώ εκείνα τα χείλη, εκείνο το άρωμα, εκείνο το χάδι. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Και ήρθαν τα μηνύματα στο τηλέφωνο όπως το περίμενα. Λίγες λέξεις μοναχά αρκούσαν για να βρεθώ γονατιστός να κλαιω με λυγμούς. Απάντησα με μήνυμα όσο πιο στεγνά μπορούσα και δεν έδωσα συνέχεια. Έπρεπε να τελειώσει αυτή η σχέση μαχαίρι. Δεν υπήρχε μέση λύση.
Να μείνουμε φίλοι αναρωτήθηκα κάποια στιγμή. Πώς; Πως να βλέπω τον ερωτά μου φιλικά. Να βλεπόμαστε χωρίς να αγγίζω, χωρίς να φιλάω, να πρέπει να πνίγω όλα τα συναισθήματα μου, όλο τον έρωτα μου. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη λύση απ’ αυτή. Όταν πάντα έρχεσαι δεύτερος σε μία σχέση, όταν πάντα θα υπάρχει ένας άνθρωπος που με το που επιστέφει εσύ θα πρέπει να χαθείς ... όταν ποτέ δεν θα ξεπεράσει την συνήθεια μιας δωδεκάχρονης σχέσης ... όταν απλά δεν υπάρχει χώρος για σένα ...
Δεν νομίζω να υπάρχει κανένας άλλος τρόπος. Σωστά; Η μήπως κάνω λάθος. Έσβησα όλα τα τηλέφωνα, έκρυψα σε ένα συρτάρι ότι μου θύμιζε εκείνη την σχέση και έμεινα μόνος με τις αναμνήσεις. Και έτσι απλά, απομακρύνθηκα, σώπασα και προσπάθησα να ξεχάσω.
Συνεχίζεται ...
Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006
Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2006
Επιστροφή στην Αθωότητα (μέρος Γ')
Και είναι στιγμές σαν και αυτές που αναζητάς το άγγιγμα ενός αγγέλου. Στιγμές σαν και αυτές που θέλεις να νοιώσεις την ηρεμία της ψυχή σου. Να επιστρέψεις στη αγνότητα που κάποτε είχανε τα παιδικά σου χρόνια. Να σβήσεις κάθε σου σκέψη ... κάθε σου πρόβλημα ... κάθε σου έγνοια ...
Και υπάρχουνε αυτοί οι άγγελοι παντού και τριγύρω μας. Υπάρχουνε, μόνο που είναι μικροί, μα πάρα πολύ μικροί. Για την ακρίβεια τρεισήμισι χρονών ο δικός μου, σχεδόν στα τέσσερα, και απαντάει στο όνομα Βέρα. Ξανθιά με γαλανά μάτια που όταν βρίσκομαι μαζί της, το κυριότερο πρόβλημά μου ίσως και να είναι πώς θα κόψω από το χαρτί την πριγκίπισσα που μόλις ζωγλάφισε. Πώς θα πιω το ζεστό αόρατο τσάι από εκείνα τα μικροσκοπικά φλιτζανάκια. Πως θα χορέψω μαζί της βαλς χωρίς να πατήσω εκείνα τα εύθραυστα της ποδαράκια!
Ακόμα θυμάμαι εκείνη την στιγμή που μου την ακουμπήσανε σε μία ολόλευκη πετσέτα. Θαρρώ πως όλη η εκκλησία έλαμπε. Μία απόλυτη σιωπή από όλο τον κόσμο όταν διάβαζα το “Πιστεύω”. Και εγώ, με κομμένη την ανάσα, να απλώνω την αγκαλιά μου. Εκείνο το βλέμμα του παπά όταν την έβγαζε από την κολυμπήθρα. Εκείνες οι σταγόνες νερού και λαδιού στο κορμάκι της που λάμπανε. Εκείνο το φως που μας έλουζε. Ένα μυστήριο τόσο δυνατό να ενώνει δύο ψυχές για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Όταν πλέον βγήκαμε έξω, στο προαύλιο του μοναστηριού, όπου το καλοκαιρινό αεράκι με ξύπνησε από τον λήθαργο και όλοι μου φωνάζανε “άξιος ... άξιος”, τότε μόνο κατάλαβα πως η ζωή μου πλέον θα ήταν λίγο διαφορετική. Θα είχε λίγο παραπάνω νόημα. Έτσι απλά είχε μπει ένας άγγελος στη ζωή μου και ας γίνεται διαβολάκι που και πού.
Θυμάμαι που ήρθε και με βρήκε σε εκείνο το προαύλιο, ο συχωρεμένος παππούς Βαγγέλης, και μου είπε ... “Πως σου φαίνεται να σ’ αγαπάει αυτό το μικρό πλάσμα χωρίς περιορισμούς και κανόνες; Απλά να σ’ αγαπάει;” Δεν του απάντησα, ήμουνα σαστισμένος ... το μόνο που έκανα ήταν να του χαμογελάσω. “Απλά να σ’ αγαπάει” σκέφτηκα ... για δες!
Και τώρα που εγώ είχα τραπεί σε φυγή, τώρα που εγώ παράτησα τα πάντα για τρεις ημέρες ηρεμίας και γαλήνης, κρατούσα εισιτήριο για να πάω να βρω τον άγγελό μου, ξέροντας πολύ καλά, πως όταν αύριο βγούμε βόλτα στο περιβόλι να μαζέψουμε τα πρώτα σύκα του καλοκαιριού, όταν θα σκαρφαλώσουμε στα βράχια να μαζέψουμε πεταλίδες και καβούρια, όταν θα την σπρώχνω πάνω στο ολοκαίνουργιο ροζ ποδηλατάκι της, θα νοιώσω και εγώ λίγο από εκείνη την παιδική αθωότητα που τόσο πολύ την έχω ανάγκη αυτό τον καιρό.
Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2006
Επιστροφή στην Αθωότητα (μέρος Β')
Ο Αντώνης μου λέει και μου ξανάλεει ... “Ανδρέα ... στη ζωή υπάρχουν δύο ειδών ανθρώπων. Αυτοί που θέλουν να βρίσκονταν με αυτούς που τους αγαπάνε, και αυτοί που δεν θέλουν.”
Και έχει τόσο μα τόσο απόλυτο δίκιο, διότι χτες το βράδυ το πέρασα με ανθρώπους που με λατρεύουν. Μια παρέα ψυχών που χωρίς εμένα δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ. Που με δυο αράδες δεν μπορώ να περιγράψω τι νοιώθουνε για μένα αλλά μου το δείχνουν σχεδόν καθημερινά με τις πράξεις τους.
Η Ελένη που μας είχε καλέσει, άμα της πω παντρέψουμε, μπορεί και να έχει είδη κανονίσει παπά και εκκλησιά. Ο Φίλιππος, ο κολλητός μου, χωρίς εμένα μάλλον δεν μπορεί να ζήσει πλέον. Ο Χρήστος, ο αδελφός μου, με έχει ανάγει σε θεό και ας με βρίζει καθημερινά. Η δε Παυλίνα, δεύτερη ‘ξαδέλφη, όταν ήμασταν μικροί ήτανε ο ένας ο συνοδός του άλλου, όποτε δεν είχαμε, στα πάρτι του λυκείου. Η δε Συλβή και Ιζαμπέλ, παιδικές μου φίλες απλά έτυχαν να έχουν διαφορετικούς γονείς, αλλιώς για μένα είναι οι αδελφές που δεν είχα ποτέ. Και η λίστα δεν έχει τελειωμό. Περικυκλωμένος με όλη αυτή την αγάπη και εγώ να την απαρνιέμαι. Να αναζητώ την αποδοχή και τον έρωτα ενός ανθρώπου που το μόνο που κάνει είναι να με καταιγίζει με μηνύματα και ελπίδες.
Για αυτό σας λέω. Ένας μήνας σκέτη τρέλα. Σκέτη τρέλα και να μην ξέρω σε ποιόν να το πω. Ίσως διότι ντράπηκα. Ίσως διότι δεν περίμενά ποτέ να βρεθώ ο τρίτος σε μία σχέση. Ίσως διότι πλήγωσα με τη σειρά μου ανθρώπους που με λατρεύουν. Για αυτό και προτίμησα την απόλυτη σιωπή. Ένας μήνας χαμένος στη σιωπή μου και στις σκέψεις μου ...
. . .
Το ξέρεις ότι τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, όταν αντικρίζεις τις πινακίδες στην Αττική Οδό για αεροδρόμιο. Απλά το ξέρεις. Δεν χρειάζεται κανένας να στο πει. Το ξέρεις εσύ ο ίδιος όταν σου δίνουν την κάρτα επιβίβασης. Όταν με το iPod στο διαπασών, προσπαθείς να σβήσεις κάθε επαφή με την πραγματικότητα, και περιφέρεσαι στους αχανείς διαδρόμους μετρώντας αντίστροφα τα λεπτά για την φυγή.
Το θυμάμαι αυτό το συναίσθημα πολύ καλά. Το συναίσθημα της φυγής πριν από δεκάξι χρόνια που έφυγα για Αμερική. Να πάω να σπουδάσω είχα πει στους δικούς μου. Να φύγω να εξαφανιστώ είχα πει στον εαυτό μου. Δεν με χωρούσε με τίποτα ο τόπος εδώ. Ήθελα να κάνω μια καινούργια αρχή και έπρεπε να σβήσω τα πάντα. Έπρεπε να κάνω τη δική μου επανάσταση. Να ανατρέψω τον κόσμο ολόκληρο. Το ξέρω καλά αυτό το συναίσθημα. Το νιώθω να πάλλεται μέσα μου, σε κάθε μου κύτταρο, μέσα στις γεμάτες από οργή φλέβες μου. Να με δείτε να σφίγγω την γροθιά μου ... μόνο αυτό και θα καταλαβαίνατε. Και δεν τα έχω βάλει με κανέναν άλλον, παρά μονάχα με τον εαυτό μου που δεν κατάφερα να αντισταθώ σε ένα χάδι.
Και τώρα; Τι ακολουθεί; Μόνο να φύγω δεν μπορώ πια. Με έχουνε ζώσει οι υποχρεώσεις για τα καλά. Πόσο θα ήθελα να διέλυα τα πάντα στον αέρα. Να σπάσω κάθε δεσμό που έχω εδώ και να φύγω. Να φύγω για οπουδήποτε. Δεν μ’ ενδιαφέρει. Απλά να φύγω. Δεν με χωράει ο τόπος εδώ με τίποτα. Εκείνο το όνειρο που βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ ... εκείνα τα φτερά αγγέλου που πάντα ήθελα ... να μπορώ να πετάω μακριά απ’ τους ανθρώπους ... να μη με πληγώνουν ... να μη πληγώνω ... Μόνο άγγελος δεν είμαι πια ...
συνεχίζεται ...
Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2006
Επιστροφή στην Αθωότητα (μέρος Α')
Ίσως αν ήμουνα λίγο πιο δυνατός. Ίσως αν μπορούσαν να πω όχι. Ίσως αν μπορούσα να αρνηθώ εκείνο το φιλί για το οποίο έλιωνα τόσο καιρό. Ίσως ίσως ίσως ...
Ένας μήνας σκέτη τρέλα. Ένας μήνας να μην έχω έναν άνθρωπο να πω τον πόνο μου, να γείρω το κεφάλι μου σε μία αγκαλιά. Κάποιος να στεγνώσει ένα δάκρυ μου. Ένας μήνας παραφροσύνης.
Κατάλαβα πόσο στραβά τα πράγματά είχανε πάει όταν αντίκριζα τις πινακίδες για το αεροδρόμιο. Άλλη μια φυγή σκέφτηκα καθώς το ταξί είχε πιάσει τα εκατό στην Αττική οδό. Από την μια οι ελαιώνες να ασημίζουν κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, από την άλλη ο προαστιακός να τρέχει με όλη του την ορμή να μας προσπερνάει. Στο βάθος, όπως πάντα, η ελευθερία μου.
. . .
Χθες το βράδυ είχαμε άλλη μια μάζωξη της παρέας για ατελείωτο φαγοπότι στο σπίτι της Ελένης αυτή τη φορά. Πολλά γέλια, άφθονό κρασί, και προπάντων ατελείωτα πειράγματα. Από αυτά που ξέρεις ότι κρύβουν από πίσω τόνους αγάπης και ζεστά χαμόγελα. Κάποια στιγμή, εκεί ανάμεσα στο γλυκό και στο παγωτό, διότι αν δεν έχουμε και από τα δύο, για ύπνο δεν πάμε, αρχίσαμε να μιλάμε για διακοπές. Όλα στο τραπέζι να δούμε τι θα κάνουμε φέτος, μιας και τα σχέδια για ιστιοπλοία είχαν ναυαγήσει για τα καλά λόγου καιρού. Κάπου εκεί ήταν που και εγώ σώπασα. Προσποιήθηκα ότι νύσταζα, ότι ήμουνα κουρασμένος, και για αυτό δεν μιλούσα, αλλά αμφιβάλω αν με πίστεψε κανείς. Κάπου εκεί ήταν που έχασα και τον εαυτό μου μέσα στις σκέψεις μου για άλλη μια φορά.
Δεν μπορώ να καταλάβω. Απλά δεν μπορώ να καταλάβω. Τέτοιο πάθος, τέτοιος έρωτας και να μη μπορούμε να είμαστε μαζί. Δεν καταλαβαίνω πως έμπλεξα πάλι μέσα σε εκείνη την παράφορη δίνη. Γιατί δεν μπορούσα να πω ένα όχι σε εκείνο το φιλί. Γιατί να μην μπορώ να αντισταθώ σε έναν έρωτα που με κυνηγάει από το παρελθόν. Γιατί πρέπει να είναι τόσο περίπλοκα τα πράγματα. Έφτασε καλοκαίρι και ο Φλεβάρης ακόμα με κυνηγάει. Και αυτό που με σκοτώνει καθημερινά, αυτό που τρώει τα σωθικά μου κάθε μέρα και από λίγο, είναι που θέλω τόσο πολύ να ήμαστε μαζί, τόσο πολύ να κοιμηθούμε για άλλη μια φορά αγκαλιά, και απλά δε μπορεί. Χωρίς καμιά εξήγηση. Απλά δεν μπορεί. Δεν μπορεί διότι προφανώς, το πάθος μας δεν είναι τόσο δυνατό για να αφήσει μια ξεθωριασμένη από τον χρόνο σχέση να σβήσει για χάρη μου.
συνεχίζεται ...















