Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2006

Επιστροφή στην Αθωότητα (μέρος Γ')

(Λευκάδα, Κυριακή 9 Ιουλίου 2006, 12:36 μμ)

Και είναι στιγμές σαν και αυτές που αναζητάς το άγγιγμα ενός αγγέλου. Στιγμές σαν και αυτές που θέλεις να νοιώσεις την ηρεμία της ψυχή σου. Να επιστρέψεις στη αγνότητα που κάποτε είχανε τα παιδικά σου χρόνια. Να σβήσεις κάθε σου σκέψη ... κάθε σου πρόβλημα ... κάθε σου έγνοια ...

Και υπάρχουνε αυτοί οι άγγελοι παντού και τριγύρω μας. Υπάρχουνε, μόνο που είναι μικροί, μα πάρα πολύ μικροί. Για την ακρίβεια τρεισήμισι χρονών ο δικός μου, σχεδόν στα τέσσερα, και απαντάει στο όνομα Βέρα. Ξανθιά με γαλανά μάτια που όταν βρίσκομαι μαζί της, το κυριότερο πρόβλημά μου ίσως και να είναι πώς θα κόψω από το χαρτί την πριγκίπισσα που μόλις ζωγλάφισε. Πώς θα πιω το ζεστό αόρατο τσάι από εκείνα τα μικροσκοπικά φλιτζανάκια. Πως θα χορέψω μαζί της βαλς χωρίς να πατήσω εκείνα τα εύθραυστα της ποδαράκια!

Ακόμα θυμάμαι εκείνη την στιγμή που μου την ακουμπήσανε σε μία ολόλευκη πετσέτα. Θαρρώ πως όλη η εκκλησία έλαμπε. Μία απόλυτη σιωπή από όλο τον κόσμο όταν διάβαζα το “Πιστεύω”. Και εγώ, με κομμένη την ανάσα, να απλώνω την αγκαλιά μου. Εκείνο το βλέμμα του παπά όταν την έβγαζε από την κολυμπήθρα. Εκείνες οι σταγόνες νερού και λαδιού στο κορμάκι της που λάμπανε. Εκείνο το φως που μας έλουζε. Ένα μυστήριο τόσο δυνατό να ενώνει δύο ψυχές για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Όταν πλέον βγήκαμε έξω, στο προαύλιο του μοναστηριού, όπου το καλοκαιρινό αεράκι με ξύπνησε από τον λήθαργο και όλοι μου φωνάζανε “άξιος ... άξιος”, τότε μόνο κατάλαβα πως η ζωή μου πλέον θα ήταν λίγο διαφορετική. Θα είχε λίγο παραπάνω νόημα. Έτσι απλά είχε μπει ένας άγγελος στη ζωή μου και ας γίνεται διαβολάκι που και πού.

Θυμάμαι που ήρθε και με βρήκε σε εκείνο το προαύλιο, ο συχωρεμένος παππούς Βαγγέλης, και μου είπε ... “Πως σου φαίνεται να σ’ αγαπάει αυτό το μικρό πλάσμα χωρίς περιορισμούς και κανόνες; Απλά να σ’ αγαπάει;” Δεν του απάντησα, ήμουνα σαστισμένος ... το μόνο που έκανα ήταν να του χαμογελάσω. “Απλά να σ’ αγαπάει” σκέφτηκα ... για δες!

Και τώρα που εγώ είχα τραπεί σε φυγή, τώρα που εγώ παράτησα τα πάντα για τρεις ημέρες ηρεμίας και γαλήνης, κρατούσα εισιτήριο για να πάω να βρω τον άγγελό μου, ξέροντας πολύ καλά, πως όταν αύριο βγούμε βόλτα στο περιβόλι να μαζέψουμε τα πρώτα σύκα του καλοκαιριού, όταν θα σκαρφαλώσουμε στα βράχια να μαζέψουμε πεταλίδες και καβούρια, όταν θα την σπρώχνω πάνω στο ολοκαίνουργιο ροζ ποδηλατάκι της, θα νοιώσω και εγώ λίγο από εκείνη την παιδική αθωότητα που τόσο πολύ την έχω ανάγκη αυτό τον καιρό.

Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2006

Επιστροφή στην Αθωότητα (μέρος Β')

(Λευκάδα, Σάββατο 8 Ιουλίου 2006, 7:46 μμ)

Ο Αντώνης μου λέει και μου ξανάλεει ... “Ανδρέα ... στη ζωή υπάρχουν δύο ειδών ανθρώπων. Αυτοί που θέλουν να βρίσκονταν με αυτούς που τους αγαπάνε, και αυτοί που δεν θέλουν.”

Και έχει τόσο μα τόσο απόλυτο δίκιο, διότι χτες το βράδυ το πέρασα με ανθρώπους που με λατρεύουν. Μια παρέα ψυχών που χωρίς εμένα δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ. Που με δυο αράδες δεν μπορώ να περιγράψω τι νοιώθουνε για μένα αλλά μου το δείχνουν σχεδόν καθημερινά με τις πράξεις τους.

Η Ελένη που μας είχε καλέσει, άμα της πω παντρέψουμε, μπορεί και να έχει είδη κανονίσει παπά και εκκλησιά. Ο Φίλιππος, ο κολλητός μου, χωρίς εμένα μάλλον δεν μπορεί να ζήσει πλέον. Ο Χρήστος, ο αδελφός μου, με έχει ανάγει σε θεό και ας με βρίζει καθημερινά. Η δε Παυλίνα, δεύτερη ‘ξαδέλφη, όταν ήμασταν μικροί ήτανε ο ένας ο συνοδός του άλλου, όποτε δεν είχαμε, στα πάρτι του λυκείου. Η δε Συλβή και Ιζαμπέλ, παιδικές μου φίλες απλά έτυχαν να έχουν διαφορετικούς γονείς, αλλιώς για μένα είναι οι αδελφές που δεν είχα ποτέ. Και η λίστα δεν έχει τελειωμό. Περικυκλωμένος με όλη αυτή την αγάπη και εγώ να την απαρνιέμαι. Να αναζητώ την αποδοχή και τον έρωτα ενός ανθρώπου που το μόνο που κάνει είναι να με καταιγίζει με μηνύματα και ελπίδες.

Για αυτό σας λέω. Ένας μήνας σκέτη τρέλα. Σκέτη τρέλα και να μην ξέρω σε ποιόν να το πω. Ίσως διότι ντράπηκα. Ίσως διότι δεν περίμενά ποτέ να βρεθώ ο τρίτος σε μία σχέση. Ίσως διότι πλήγωσα με τη σειρά μου ανθρώπους που με λατρεύουν. Για αυτό και προτίμησα την απόλυτη σιωπή. Ένας μήνας χαμένος στη σιωπή μου και στις σκέψεις μου ...

. . .

Το ξέρεις ότι τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, όταν αντικρίζεις τις πινακίδες στην Αττική Οδό για αεροδρόμιο. Απλά το ξέρεις. Δεν χρειάζεται κανένας να στο πει. Το ξέρεις εσύ ο ίδιος όταν σου δίνουν την κάρτα επιβίβασης. Όταν με το iPod στο διαπασών, προσπαθείς να σβήσεις κάθε επαφή με την πραγματικότητα, και περιφέρεσαι στους αχανείς διαδρόμους μετρώντας αντίστροφα τα λεπτά για την φυγή.

Το θυμάμαι αυτό το συναίσθημα πολύ καλά. Το συναίσθημα της φυγής πριν από δεκάξι χρόνια που έφυγα για Αμερική. Να πάω να σπουδάσω είχα πει στους δικούς μου. Να φύγω να εξαφανιστώ είχα πει στον εαυτό μου. Δεν με χωρούσε με τίποτα ο τόπος εδώ. Ήθελα να κάνω μια καινούργια αρχή και έπρεπε να σβήσω τα πάντα. Έπρεπε να κάνω τη δική μου επανάσταση. Να ανατρέψω τον κόσμο ολόκληρο. Το ξέρω καλά αυτό το συναίσθημα. Το νιώθω να πάλλεται μέσα μου, σε κάθε μου κύτταρο, μέσα στις γεμάτες από οργή φλέβες μου. Να με δείτε να σφίγγω την γροθιά μου ... μόνο αυτό και θα καταλαβαίνατε. Και δεν τα έχω βάλει με κανέναν άλλον, παρά μονάχα με τον εαυτό μου που δεν κατάφερα να αντισταθώ σε ένα χάδι.

Και τώρα; Τι ακολουθεί; Μόνο να φύγω δεν μπορώ πια. Με έχουνε ζώσει οι υποχρεώσεις για τα καλά. Πόσο θα ήθελα να διέλυα τα πάντα στον αέρα. Να σπάσω κάθε δεσμό που έχω εδώ και να φύγω. Να φύγω για οπουδήποτε. Δεν μ’ ενδιαφέρει. Απλά να φύγω. Δεν με χωράει ο τόπος εδώ με τίποτα. Εκείνο το όνειρο που βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ ... εκείνα τα φτερά αγγέλου που πάντα ήθελα ... να μπορώ να πετάω μακριά απ’ τους ανθρώπους ... να μη με πληγώνουν ... να μη πληγώνω ... Μόνο άγγελος δεν είμαι πια ...

συνεχίζεται ...

Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2006

Επιστροφή στην Αθωότητα (μέρος Α')

(Λευκάδα, Κυριακή 9 Ιουλίου 2006, 9:04 πμ)

Ίσως αν ήμουνα λίγο πιο δυνατός. Ίσως αν μπορούσαν να πω όχι. Ίσως αν μπορούσα να αρνηθώ εκείνο το φιλί για το οποίο έλιωνα τόσο καιρό. Ίσως ίσως ίσως ...

Ένας μήνας σκέτη τρέλα. Ένας μήνας να μην έχω έναν άνθρωπο να πω τον πόνο μου, να γείρω το κεφάλι μου σε μία αγκαλιά. Κάποιος να στεγνώσει ένα δάκρυ μου. Ένας μήνας παραφροσύνης.

Κατάλαβα πόσο στραβά τα πράγματά είχανε πάει όταν αντίκριζα τις πινακίδες για το αεροδρόμιο. Άλλη μια φυγή σκέφτηκα καθώς το ταξί είχε πιάσει τα εκατό στην Αττική οδό. Από την μια οι ελαιώνες να ασημίζουν κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, από την άλλη ο προαστιακός να τρέχει με όλη του την ορμή να μας προσπερνάει. Στο βάθος, όπως πάντα, η ελευθερία μου.

. . .

Χθες το βράδυ είχαμε άλλη μια μάζωξη της παρέας για ατελείωτο φαγοπότι στο σπίτι της Ελένης αυτή τη φορά. Πολλά γέλια, άφθονό κρασί, και προπάντων ατελείωτα πειράγματα. Από αυτά που ξέρεις ότι κρύβουν από πίσω τόνους αγάπης και ζεστά χαμόγελα. Κάποια στιγμή, εκεί ανάμεσα στο γλυκό και στο παγωτό, διότι αν δεν έχουμε και από τα δύο, για ύπνο δεν πάμε, αρχίσαμε να μιλάμε για διακοπές. Όλα στο τραπέζι να δούμε τι θα κάνουμε φέτος, μιας και τα σχέδια για ιστιοπλοία είχαν ναυαγήσει για τα καλά λόγου καιρού. Κάπου εκεί ήταν που και εγώ σώπασα. Προσποιήθηκα ότι νύσταζα, ότι ήμουνα κουρασμένος, και για αυτό δεν μιλούσα, αλλά αμφιβάλω αν με πίστεψε κανείς. Κάπου εκεί ήταν που έχασα και τον εαυτό μου μέσα στις σκέψεις μου για άλλη μια φορά.

Δεν μπορώ να καταλάβω. Απλά δεν μπορώ να καταλάβω. Τέτοιο πάθος, τέτοιος έρωτας και να μη μπορούμε να είμαστε μαζί. Δεν καταλαβαίνω πως έμπλεξα πάλι μέσα σε εκείνη την παράφορη δίνη. Γιατί δεν μπορούσα να πω ένα όχι σε εκείνο το φιλί. Γιατί να μην μπορώ να αντισταθώ σε έναν έρωτα που με κυνηγάει από το παρελθόν. Γιατί πρέπει να είναι τόσο περίπλοκα τα πράγματα. Έφτασε καλοκαίρι και ο Φλεβάρης ακόμα με κυνηγάει. Και αυτό που με σκοτώνει καθημερινά, αυτό που τρώει τα σωθικά μου κάθε μέρα και από λίγο, είναι που θέλω τόσο πολύ να ήμαστε μαζί, τόσο πολύ να κοιμηθούμε για άλλη μια φορά αγκαλιά, και απλά δε μπορεί. Χωρίς καμιά εξήγηση. Απλά δεν μπορεί. Δεν μπορεί διότι προφανώς, το πάθος μας δεν είναι τόσο δυνατό για να αφήσει μια ξεθωριασμένη από τον χρόνο σχέση να σβήσει για χάρη μου.

Και χτες βράδυ, που κάναμε σχέδια και όνειρα με ανθρώπους που με λατρεύουν, εγώ το μόνο που είχα στο μυαλό μου, το μόνο που πραγματικά ήθελα να κάνω αυτό εδώ το καλοκαίρι, είναι να βρεθώ σε εκείνη την ζεστή αγκαλιά κάπου μακριά. Όσο πιο μακριά γινόταν από την καθημερινότητα που μας κυνηγάει. Κάπου οι δυο μας ... μόνοι μας ... χωρίς το παρελθόν μας.

συνεχίζεται ...

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Summer Soundtrack

(Χαλκιδική 24 Αυγούστου 2002)
    1. Sorry by Madonna ή Sorry by Madona & Pet Shop Boys
    2. Baila Morena by Zucchero Πάνω στη τρέλα μου από Βανέσσα Αδαμοπούλου
    3. You're Beautiful by J.Blunt (suggested by Mortaki)
    4. No Worries by Simon Webbe
    5. Ramazzotti Eros & Anastasia - I Belong To You
    6. Pokito a poko by Chambao
    7. Forever Lost by The Magic Numbers ... αφιερωμένο στην τρομερή Άννα
    8. Είναι Εντάξυ Μαζί Μου από Ελένη Τσαλιγοπούλου
    9. Teenage Life by Daz Sampson
    10. Goodbye my Lover by J.Blunt (suggested by Mortaki)
    11. Life is Wonderful by Jason Mraz ... στο απίστευτο γλυκό Λουκουμάκι
    12. Love me by Morandi (suggested by Attalanti)
    13. Tortura by Shakira y Alejandro Sanz (suggested by Marilina)
    14. Mas Que Nada by Sergio Mendes (suggested by Μαρκησία)
    15. Reina De La Calle by Orishas (suggested by Μαρκησία)
    16. Bombo by Orishas (suggested by Μαρκησία)
    17. Harem by Sarah Brightman (suggested by Μεθυσμένα Χρώματα)
    18. Never Let You Go by Dima Bilan (suggested by Δέσπω)
    19. Για εκατό ζωές ακόμα (Per Altre Cento Vite Ancora) από Αντώνη Ρέμο & Massimo Di Cataldo αφιερωμένο εξαιρετικά ... ξέρεις ότι σε αγαπώ ... ξέρεις ότι σου χαμογελώ
    20. Bend And Break by Keane
    21. The girl from Ipanema by Eartha Kitt (suggested by Παναγιώτης ... απίστευτη εκτέλεση)
    22. Woman by John Lennon (suggested by Μαρίνα)
    23. Blue Hotel by Chris Isaak (suggested by Μαρίνα)
    24. Don't let me be misunderstood by Nina Simone (suggested by Μεθυσμένα Χρώματα)
    25. Wicked Soul by Kubb (suggested by Attalanti)
    26. World hold on by Bob Sinclar (suggested by Attalanti)
    27. Ain't no other Man by Christina Aguilera (suggested by Attalanti)
    28. Who Knew by Pink (suggested by Attalanti)
    29. Crazy by Gnarles Barcley (suggested by Ladychill)
    30. All these love by Dimi Phaze (suggested by Ladychill)
    31. Summer Son by Texas (suggested by ΠρέζαTV)
    32. Υπάρχει Λόγος από Παπαρίζου (suggested by Marialena)
    33. Could you be loved by Bossa N' Marley (suggested by Despo)
(Αιγαίο 29 Ιουλίου 2001)

(Ζάκυνθος 10 Αυγούστου 2001)

(Αιγαίο 27 Ιουλίου 2001)

Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

Lost in Translation - Closure


Ήτανε εκείνο το Σάββατο του καλοκαιριού που είχε μαζευτεί όλοι η οργή μέσα μου. Κάπου εκεί γύρω στις πέντε το απόγευμα που πέφτανε τριγύρω μας οι κεραυνοί. Που ο ουρανός άστραφτε από τη δικιά του οργή. Τρεις μήνες οργής. Τρεις μήνες γεμάτοι απορίες. Τρεις μήνες να ζω με ένα παράπονο. Τι έκανα λάθος; Τι είπα που δεν έπρεπε; Πως από μία μέρα γεμάτη πάθος και φιλιά πήγαμε στο δε θέλω να σε ξέρω; Ερωτήσεις αναπάντητες γεμάτες οργή ... γεμάτες θυμό ... γεμάτες απόγνωση. Και η φύση, λες και είχε συνωμοτήσει μαζί μου εκείνη την μέρα.

Παίρνω το θάρρος και ρωτάω ... γιατί το τηλεφώνημα; Γιατί μετά από τόσο καιρό; Και οι αστραπές να φωτίζουν τα πρόσωπά μας και να φαίνετε ξεκάθαρα η οργή στα μάτια μου. Η οργή και το παράπονο. Και με τις γροθιές μου σφιγμένες, ξαναρώτησα, “Γιατί με πήρες τηλέφωνο;” Όχι ότι έχει σημασία πλέον. Μια ιστορία θαμμένη στο παρελθόν. Μια ιστορία που έκανα τα πάντα για να ξεχάσω και ξαφνικά ζωντάνευε σε εκείνα τα πράσινα μάτια που τόσο λάτρεψα.

Και ανοίγουν οι ουρανοί και αρχίζει να βρέχει με όλη του τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η γροθιά μου. Κοίταξα ψηλά, για μια στιγμή, κάπου εκεί ανάμεσα στις φυλλωσιές των πεύκων. Τα σύννεφα να τρέχουν οργισμένα πάνω στον Υμηττό, και τριγύρω αστραπές. Και έμεινα σιωπηλός, με τις σταγόνες να κυλάνε στο πρόσωπό μου, περιμένοντας μία απάντηση. Περιμένοντας μία απάντηση από τα χείλη που κάποτε τόσο ποθούσα.

Και εκεί που ο αέρας είχε ξεχυθεί και έπαιρνε μαζί του ότι έβρισκε, άρχισαν να ξεχύνονται και οι απαντήσεις. Απαντήσεις που έψαχνα να βρω τρεις μήνες τώρα. Απαντήσεις που εξηγούσαν τα πάντα και ίσως ακόμα ποιο πολλά από ότι περίμενα. Απαντήσεις για εκείνη την ημέρα που χάθηκα μέσα στα λόγια, στις ερμηνείες, στα σημάδια, στα αγγίγματα ... και στις σκέψεις.

Και η οργή να μεγαλώνει αντί να μαλακώνει. Και μαζί της ο ουρανός να ωρύεται. Και οι απαντήσεις να φέρνουν ερωτήσεις. Και οι ερωτήσεις να φέρνουν και άλλες απαντήσεις. Και αυτή που ήθελα ποιο πολύ να μάθω, και αυτή που ήθελα τόσο απεγνωσμένα μία απάντηση ήταν γιατί τώρα; Γιατί μετά από τρεις μήνες; Γιατί να χρειάζεται να ζωντανέψω μνήμες που τόσο καιρό μου πήρε να τις κάψω και να σκορπίσω την στάχτη τους. Τόση προσπάθεια για να μην μπορώ τις ξαναβρώ. Γιατί τώρα;

Και η απάντηση, μου έκοψε την αναπνοή. Με έκανε να χάσω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Σε όλα τα σενάρια που είχα πλέξει μέσα στη φαντασία μου, σε όλες τι πιθανές απαντήσεις που είχα πλάσει μέσα στη σκέψη μου ποτέ δεν το είχα φανταστεί. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι το γράμμα που είχα αφήσει κάτω από εκείνη την πόρτα, το γράμμα που με τόσο δάκρυ και πόνο είχα γράψει την βραδιά που χάθηκα μεταφράζοντας λόγια και σκέψεις, το γράμμα που δεν το είχα γράψει εγώ αλλά η ίδια μου η ψυχή, το είχε κρατήσει κλειστό. Το είχε κρατήσει κλειστό μέσα στο φάκελό του μιας και δεν είχε τη δύναμη να το διαβάσει ... δεν είχε το θάρρος να το κοιτάξει. Και μόλις πριν από μερικές μέρες ... την ημέρα που εγώ βρήκα το κουράγιο να σβήσω την τελευταία μου μνήμη ... κατάφερε και βρήκε το κουράγιο και το άγγιξε.

. . .

Η Κυριακή με βρήκε στις έξι το πρωί να αγναντεύω την ανατολή. Ο ουρανός καθαρός από μαύρα σύννεφα. Η ψυχή καθαρή από οργή και θλίψη. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που η μουσική γέμιζε με χρώμα το δωμάτιο. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που δεν κρύωνα ... που δεν ήμουν κουλουριασμένος με ένα πάπλωμα να προσπαθώ να νοιώσω τη ζεστή εκείνη αγκαλιά. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που χαμογελούσα στον ανατέλλοντα ήλιο. Ένα κεφάλαιο στη ζωή που έκλεισε...

Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2006

Έτσι απλά

(Ζάκυνθος 10 Αυγούστου 2001)

Η ζωή πρέπει να είναι τόσο μα τόσο πιο απλή ... τόσο μα τόσο πιο ξεκάθαρη ... τόσο μα τόσο πιο διαυγή ...

Να μπορείς να αγαπάς όσο θέλεις. Να μπορείς να αγαπάς απεριόριστα. Να μπορείς να αγαπάς όσους και όσες θέλεις.

Η ζωή πρέπει να είναι πολύ πιο απλή. Να είναι άσπρη μαύρη. Να αγαπάς ή να μην αγαπάς. Να σε αγαπάνε η να μη σε αγαπάνε. Όπως μια μαργαρίτα που μαδάμε και μας απαντά πάντα ξεκάθαρα, πάντα με ένα ξερό ναι ή όχι.

Να σε αγαπάνε απλόχερα. Χωρίς περιορισμούς, χωρίς κανόνες, χωρίς εξαιρέσεις. Να σου απλώνουν το χέρι να σου αγγίζουν την ψυχή και εσύ να χαμογελάς ... και εσύ να γελάς ... και εσύ να γοητεύεσαι με όλες τις αισθήσεις σου στο ζενίθ.

Η ζωή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο απλή και εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να την τρελαίνουμε και να τρελαινόμαστε. Που είναι το χαμόγελο; Πού είναι το γέλιο. Γιατί τα δάκρια; Γιατί τα ανακατεύουμε; Γιατί τα περιπλέκουμε; Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση να κάνουμε τους γύρω μας δυστυχισμένους; Να κάνουμε αυτούς που αγαπάμε να δακρύζουν; Να νοιώθουμε ευχαρίστηση από την αγωνία του άλλου; Να παίζουμε με συναισθήματα μόνο και μόνο για μια επιβεβαίωση αγάπης;

Η ζωή πρέπει να είναι πιο απλή, πολύ πιο απλή ... και όμως δεν είναι.

Παρασκευή, Ιουνίου 02, 2006

Άγγελοι Γης

Μερικές φορές ... ελάχιστες φορές ... στη ζωή ... η ζωή .... διασταυρώνει μονοπάτια. Ακουμπάς καρδιές ... σε αγγίζουν ψυχές ... και αναρωτιέσαι γιατί. Αναρωτιέσαι πως. Αναρωτιέσαι αν είναι δυνατόν.

Ελάχιστοι άνθρωποι στη γη, που μπορείς ακόμα και να αγνοείς την ύπαρξή τους, που μπορεί ακόμα και να πιστεύεις ότι δεν υπάρχουν καν, και ο μόνος σκοπός τους είναι να εμφανιστούν τη στιγμή που χάνεις τον εαυτό σου ... τη στιγμή που νομίζεις ότι η ζωή έχει τελειώσει μόνο και μόνο για να σου θυμίσουν το πάθος σου να ζεις.

Πως γίνεται να πληγώνεις έναν άνθρωπο με σκληρά λόγια και το μόνο που σου δίνει πίσω είναι αγάπη; Πως γίνεται να διώχνεις μακριά μια αγκαλιά και αυτή να έρχεται πίσω όλο και πιο θερμή; Πως γίνεται να κλείνεις τα αυτιά σου για να μην ακούσεις ιστορίες ζωής και να αρπάζεις κάθε λέξη που βγαίνει από εκείνα τα χείλη; Να δακρύζεις και να σου χαμογελάει. Να γκρινιάζεις και να σε χαϊδεύει. Να θέλεις να χαθείς και να σε βρίσκει. Να θέλεις να κρυφτείς και να σε κρύβει ...

Αυτά τα λόγια τα μαγικά ...
αυτές οι αφηγήσεις από κόσμους ξεχασμένους ...
αυτές οι λέξεις που με ταξιδεύουν...

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι στη γη, που περπατάνε ανάμεσά μας και όμως δεν την αγγίζουν. Το μόνο που αγγίζουν ... το μόνο που θέλουν πραγματικά να αγγίξουν ... είναι την ψυχή σου.

Και ένας από αυτούς ... ένας από αυτούς τους άγγελους που άγγιξε τη ζωή μου, γιορτάζει σε λίγα λεπτά εκεί γύρω στις δύο και τέταρτο ... τη γέννησή του.

ξέρεις ότι σου χαμογελώ ... ξέρεις ότι σε αγαπώ...

Δευτέρα, Μαΐου 29, 2006

Ήλιος Καλοκαιρινός


Ήλιος λαμπερός ... καλοκαιρινός. Σηκώνω το χέρι ψηλά να τον κρύψω, αλλά οι ακτίνες πάντα βρίσκουν τρόπο να μου ξεφύγουν. Προσπαθώ να τις πιάσω αλλά πάντα ξεγλιστράνε μέσα από τα δάκτυλα. Κλείνω τα μάτια προσπαθώντας να του ξεφύγω και είναι τόσο δυνατός … τόσο λαμπερός … είναι καλοκαιρινός. Να θέλεις να του αντισταθείς, να θέλεις να του κρυφτείς και αυτός πάντα σε πιάνει. Σε πιάνει, σε αγκαλιάζει και λιώνει κάθε παγωμένη, από τον χειμώνα, καρδιά.

Βουτάω να του ξεφύγω σε άρνηση να με ζεστάνει, και η αλμύρα της θάλασσας καιει κάθε ανοιχτή πληγή που άφησε πίσω η βαρυχειμωνιά. Κολυμπάω προς τον βράχο, παλιό γνώριμο φίλο. Στέκεται μόνος, μελαγχολικός. Ένα ολόκληρο χειμώνα τον έγδερναν τα κύματα. Ένα ολόκληρο χειμώνα στεκόταν μόνος και αγέρωχος με μοναδικό επισκέπτη ίσως κάποια Αλκυονίδα να γεννήσει τα αυγά της μες στο Φλεβάρη. Κοφτερός και αφιλόξενος λες και προσπαθεί να προστατέψει τη δική του πληγωμένη καρδιά. Με περιμένει όπως κάθε χρόνο να σκαρφαλώσω στη κορυφή του.

Και εγώ, όσες φορές και να έχω γλιστρήσει, όσες φορές και να έχω ματώσει, εκεί να προσπαθώ, εκεί να επιμένω, εκεί να σκαρφαλώνω και να τον κατακτώ. Τι ξεροκέφαλος που γίνομαι! Το ακατόρθωτο το αρπάζω. Δεν συμβιβάζομαι με τίποτα. Όλοι με γκρινιάζουν και εγώ να μη το βάζω ποτέ κάτω. Να μη μπορώ να αποδεχτώ καμιά ήττα. Να μη ξέρω πότε να καταθέσω τα όπλα. Και εκεί που σκαρφαλώνω, και με πείσμα γραπώνομαι από κάθε του σχισμή, ο ήλιος έχει αρχίσει και κοιτά με λησμονιά τη δύση. Οι ηλιαχτίδες φιλάνε το νερό, και όλο μου το σώμα, όλος μου ο βράχος, λάμπει από τις ανακλάσεις.

Και στέκομαι στη κορυφή και αγναντεύω τον ορίζοντα, και η θάλασσα όλη έχει γίνει χρυσαφί και λάμπει δυνατά όσο και ο ήλιος ο καλοκαιρινός. Και για μία μόνο στιγμή, για μία μοναδική στιγμή, έρχεται το δροσερό αγέρι στο αυτί και μου λέει ψιθυριστά, μα τόσο ψιθυριστά που μόνο εγώ και ο βράχος να ακούσει, “αρκετά ... αρκετά ... αφέσου και εσύ στο καλοκαίρι ... φτάνει πια ...”

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2006

Reflection ...


Μάιος 2005, Αιγαίο

Τρίτη, Μαΐου 16, 2006

Lost in Translation (again)


Υπάρχουν κάτι στιγμές που νοιώθω τόσο μα τόσο χαμένος ...

Υπάρχουν κάτι πρωινά που ξυπνάω με τόσα δάκρυα στα μάτια ...

Υπάρχουν κάτι δειλινά που το ολόγιομο φεγγάρι απλά δεν γεμίζει την καρδιά ...

Και φτάνει η στιγμή που ποτέ δεν περίμενα να αγγίξω. Να μου δίνουν απλόχερα την αγάπη και τον έρωτα και εγώ να μην θέλω με τίποτα να γευτώ. Να έχω κουρνιάσει σε μια γωνιά και με νύχια και με κλάματα να διώχνω όλους από κοντά μου. Ποιος το περίμενε από μένα αυτό; Ποιος;

Διότι ο ζυγός μήνας ήρθε για μένα και ήρθε στην ώρα του όπως πρόσταξε η μοίρα μου. Ήρθε τον Απρίλιο που μας πέρασε. Ήρθε και έμεινε αυτή την φορά και εγώ δεν είπα τίποτα σε κανέναν. To κράτησα κρυφό απ’ όλους. Ακόμα και από μένα! Και μου το είχε πει η φίλη μου η Άννα από την Βαρκελώνη. Κουράγιο και μετά από κάθε μονό μήνα έρχεται και ο ζυγός! Κουράγιο! Αντηχούν μέσα μου τα λόγια της κάθε στιγμή από τότε. Και σκεφτόμουνα ... σιγά μη και έρθει. Σιγά μη και με αγγίξει ο έρωτας ξανά. Σιγά μη και τον νοιώσω ...

Και τον νοιώθω ... και με αγγίζει ... και εγώ τον διώχνω όσο ποιο μακριά μπορώ ... και είμαι τόσο μα τόσο χαμένος ... είμαι τόσο μα τόσο μόνος ...

Και χτες βράδυ η αγκαλιά ήτανε καυτή ... το φιλί δροσερό ... το άγγιγμα χάδι ... αλλά και πάλι δεν ήτανε αρκετό γιατί και σήμερα ξύπνησα με βουρκωμένα μάτια. Και σήμερα το πρωί σύρθηκα από το κρεβάτι μου στον καθρέφτη ελπίζοντας να δω ένα χαμόγελο στα χείλια μου αλλά μάταια. Μόνο ένα κόμπο στο λαιμό είδα και ένοιωσα και δεν καταλαβαίνω γιατί! Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορώ να αφεθώ στον έρωτα. Να πλημμυρίζω με γέλια την ζωή. Να περπατάω δίχως να αγγίζω τη γη. Δεν καταλαβαίνω γιατί! Πάλι έχω χαθεί μέσα στις σκέψεις μου. Πάλι έχω χαθεί στη μετάφραση αλλά αυτή τη φορά στη μετάφραση των δικών μου σκέψεων. Πάλι χάθηκα ...

And I am wondering and wandering … lost in my thoughts … I wish I was home now ... I wish I was far away … back home. At least there I don’t have to translate.

Και τώρα που και εσύ χάθηκες
διαβάζοντας τις σκέψεις μου,
φοβάμαι ότι έχεις και εσύ
βουρκωμένα μάτια σαν και τα δικά μου.
Να ξέρεις ότι σε αγαπώ και σου χαμογελώ ...

Για σένα που ξέρω πόσο πολύ το αγαπάς
VIKTOR LAZLO & SERHAT HACIPASALIOGLU
TOTAL DISGUISE (TANGO MIX)

VIKTOR LAZLO & SERHAT HACIPASALIOGLU
TOTAL DISGUISE (FRENCH_VERSION)

Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006

Τι Κάιρο, τι Αλεξάνδρεια! (μέρος γάμα ... τα!)

Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας Απρίλιος 2006

Και το έλεγα εγώ ... το έλεγα ... το έχουμε γρουσουζέψει τελείως το ταξίδι αυτό. Το έχω σαν αρχή να μη λέω ποτέ μου ότι πάω ταξίδι. Το θεωρώ την ύψιστη γρουσουζιά να κοκορεύομαι ότι πάω ταξίδι ... ειδικά αν είναι για διακοπές! Οι μόνοι που το μαθαίνουνε είναι οι γονείς μου δυο τρεις μέρες πριν φύγω. Φυσικά με το που ανακοινώνω κάθε καινούργια απόδραση, ακούω την διάλεξη περί του πότε θα νοικοκυρευτώ και ότι δεν κάθομαι στα αυγά μου και διάφορα άλλα τέτοια, αλλά το έχουνε πάρει απόφαση ότι έχω μια δόση τρέλας μέσα μου και μετά από περίπου εφτάμιση λεπτά διάλεξης με αφήνουν ήσυχο.

Έτσι που λέτε ... δεν το λέω σε κανέναν! Μερικές φορές θα το πω και στους δύο κολλητούς μου για να μην μ’ αρχίσουν στα τηλέφωνα και ανησυχήσουν ... αλλιώς δεν θα το έλεγα ούτε και σε αυτούς. Αλλά αυτή τη φορά όμως το είχε μάθει η μισή Αθήνα και η μισή Θεσσαλονίκη.

Πρώτος και καλύτερος ο Φίλιππος. Ήμασταν, που λέτε, στο καθιερωμένο διμηνιαίο πρωινό με όλα τα φιλαράκια μου, συμπεριλαμβανομένου και τα κουτσούβελά τους. Οι παιδικοί μου φίλοι φυσικά και ξέρουν το κουσούρι που έχω με τα ταξίδια και ποτέ δεν παραξενεύονται όταν γυρνάω ηλιοκαμένος από καμιά τριτοκοσμική χώρα. Και εκεί που τρώγαμε την ομελετίτσα μας και τους έλεγα πως φέτος εγώ θα σουβλίσω το αρνί γιατί ήρθε καιρός όλη αυτή η τεχνογνωσία του πατέρα μου να περάσει στην επόμενη γενεά, πετάει ο Φίλιππος μια σπόντα για την Αίγυπτο. Θυμάμαι δε, την Συλβί και την Ιζαμπέλ, παιδικές μου φίλες από δέκα χρόνων, που δαγκώθηκαν μόλις το άκουσαν. Λες και άκουσαν καμιά κατάρα. Δεν είπανε τίποτα γιατί ξέρουν τι παράξενος που είμαι στο θέμα αυτό. Αλλά οι υπόλοιποι ... λες και φάγανε γλιστρίδα. Λες και τους είπες ... από εδώ και πέρα μιλάμε μόνο για Αίγυπτο. Ε! ... σε μία ώρα το είχε μάθει η μισή Αθήνα!

Η δε Αριάνα, ούτε έκτατο ανακοινωθέν να μην είχε βγάλει. Με τραβολογούσε, που λέτε, για προξενιό στην Μεγάλη Βρετανία και σας παρακαλώ μη ρωτάτε για περισσότερες λεπτομέρειες διότι αρκετά χαμηλά είχα πέσει εκείνη την ημέρα. Γυρνάει και μου λέει η Νικόλ, αυτή που μου προξένευε, “Ώστε θα πάτε στην Αίγυπτο; Θα πάτε και κρουαζιέρα στον Νείλο; Αχ ... τι ρομαντικό! Ο Νείλος ... οι φοίνικες ... οι πυραμίδες ...” και καθώς αναστέναζε, ονειρευότανε ταξίδια μακρινά κρατώντας μια πορσελάνινη κούπα με τσάι στο ένα χέρι και ένα μισοδαγκωμένο βούτημα στο άλλο! “Αχ! … Βαχ! ... τι ρομαντικό!!!”

Εδώ να δείτε ρομάντζα! Εδώ! Στις πέντε το πρωί μέσα στην ερημιά! Τρία πράγματα θυμάμαι από εκείνη τη στιγμή στο σκοτεινό εκείνο δρόμο έξω από το αεροδρόμιο της Αλεξάνδρειας. Μια σκιά ενός δίμετρου άντρα να μας πλησιάζει ... το φεγγάρι με το λιγοστό του φως να φωτίζει τον δρόμο και την Αριάνα να λέει για εικοστή πέμπτη φορά ... “Εγώ λέω να μείνουμε εδώ απόψε.”

Εδώ; Πού εδώ; Στο πλακόστρωτο με τον έναστρο ουρανό για σκέπη; Διότι τίποτα άλλο δε βλέπω εδώ τριγύρω. Το απέναντι κτίριο που φαντάζομαι να έχει τα γραφεία των αεροπορικών εταιριών, είχε στη πόρτα ένα λουκέτο ίσα με την παλάμη μου.

Μέσα στο σκοτάδι η φιγούρα όλο και μεγάλωνε πλησιάζοντας με αποφασιστικά βήματα προς τα εμάς, και έχω την αμυδρά υποψία, ότι η Αριάνα έψαχνε στη τσάντα της για την φωτογραφική μηχανή για να αποθανατίσει τις πρώτες μας στιγμές στην Αφρική. Και αν έχει το θεό της, τη στιγμή που εκείνος ο δίμετρος σκοτεινός τύπος ήτανε μόλις στα τρία μέτρα από εμάς, και εγώ σκεφτόμουνα ότι μάλλον μπορώ να τον πλακώσω στο ξύλο αν χρειαστεί, η Αριάνα γυρνάει και μου λέει, “Δώσε μου το συνάλλαγμα μου”. Κανένα πρόβλημα ... να στο δώσω. Ίσως ο τύπος δει τα λεφτά και δεν μας βιάσει και απλός μας κλέψει!

Ευτυχώς που την επόμενη στιγμή, ο δίμετρος τύπος μας ρώτησε με άψογη βρετανική προφορά ... “Are you the ones for Cairo from Olympic” αλλιώς θα τα άκουγε για τα καλά η Αριάνα. Βέβαια τι σας λέω τώρα ... αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά σε άλλα που μου έχει κάνει. Πριν από χρόνια που είχαμε πάει Μεξικό με κατέληξε να παρακολουθώ καλλιστεία τραβεστί!!!

Διακόσια περίπου χιλιόμετρα νοτιότερα, στο αεροδρόμιο του Καίρου, ο Φίλιππος και ο Χρήστος ξεκινούσαν τον δικό τους Γολγοθά και ας ξημέρωνε Κυριακή των Βαίων. Ψάχνανε τον απεσταλμένο από το ταξιδιωτικό πρακτορείο να τους πάει στο ξενοδοχείο. Κόσμος πολύς ... κοινώς ένας χαμός στο αεροδρόμιο και με τίποτα να μην μπορούν να τον βρούνε. Κάποια στιγμή βλέπει ο Χρήστος έναν ψηλό, υπερβολικά λεπτό, μελαψό τύπο με κουστούμι να κρατάει μία πινακίδα που έγραφε “Filopopos and Family”!!! Σημειωτέων, ο Φίλιππος είχε κανονίσει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού και δεν πρόκειται να πω τίποτα παραπάνω για να μην πληγώσω κανέναν. Εγώ, ένα θα σας πω μονάχα ... ο Φίλιππος έπιασε δουλειά σε ταξιδιωτικό γραφείο την Δευτέρα που μας πέρασε. Βέβαια μόνο και μόνο η πινακίδα “Filopopos and Family”, θα έπρεπε να ήταν ένα καλό σημάδι για την ασυνεννοησία που είχε γίνει με τα πρακτορεία. Διότι δεν ήτανε μόνο ένα ... τρομάρα μας, είχαμε κανονίσει με δύο πρακτορεία! Ένα Ελληνικό και ένα Αιγυπτιακό ... για ποικιλία!

Εγώ από την άλλη, στην Αλεξάνδρεια, μόλις μου είχε φύγει ένα βάρος από πάνω μου. Μας λέει ο δίμετρος κοκκινομάλλης βρετανός ... “Don’t worry. We have a bus waiting for you to take you to Cairo. It fits 9 people and you are the only passengers.” Ωραία σκέφτηκα και εγώ, θα ξαπλώσουμε την αρίδα μας και θα κοιμηθούμε, και αρχίσαμε να προχωράμε στο σκοτεινό πλακόστρωτο δρομάκο. Στο βάθος του δρόμου δύο φώτα από το πουθενά ανάψανε φωτίζοντας το άδειο αεροδρόμίο, που σε συνδυασμό με το ψιλόβροχο που μόλις είχε ξεκινήσει, μεταμορφώθηκε σε σκηνικό από θρίλερ που έκανε κάθε τρίχα κάγκελο!

Η Αριάνα, μιας και πλέον είχαμε και ένα δραματικό ντεκόρ, γυρνάει και μου λέει ... “Βγάλε με μία φωτογραφία!” Φωτογραφία; Που; Με φόντο το πουλμανάκι το οποίο ήταν ένα παλιό station wagon που του είχαν βάλει μία έξτρα σειρά από καθίσματα; Μπαίνουμε μέσα στο αυτοκίνητο με τα κόκκινα πλαστικά χιλιογδαρμένα καθίσματα και κάθομαι με τα πόδια στα πλάγια. Καλά ακούσατε. Δεν χωράγανε ευθεία, μόνο πλαγιαστά. “How far is Cairo?” ρωτάω τον άγγλο, και γυρνάει και μου απαντάει “Three hours! You should be there by eight in the morning”. Κοιτάω την Αριάνα και με απόλυτα σοβαρό ύφος της λέω ... “Απόψε μένουμε εδώ! Αύριο βλέπουμε”. “Γιούπι” αναφωνεί η Αριάνα και αρχίζει να χοροπηδάει μέσα στο αμάξι, και το αμάξι να σείεται ολόκληρο. Σημειωτέον, η Αριάνα είναι η πιο μικροκαμωμένη και λεπτεπίλεπτη κοπέλα που γνωρίζω!

Το κοιμισμένο μου μυαλό, αρχίζει να παίρνει γρήγορες στροφές. Πώς βρίσκουμε ξενοδοχείο στις πέντε η ώρα τα ξημερώματα στην Αφρική; Μα και φυσικά η απάντηση είναι απλή. Ο Φίλιππος και ο Χρήστος είναι ήδη στο Hilton Nile στο Κάιρο και κάνουνε check in! Το Hilton θα μας βρει σε άλλο Hilton, και τηλεφωνώ αμέσως στα παιδιά.

- Πως πάει; Φτάσατε στο Ξενοδοχείο;
- Φτάσαμε. Έχουμε κάποιο πρόβλ ...
Και τον διακόπτω πριν προλάβει να αποτελειώσει την πρόταση ...
-Ρώτα τον
Concierge να μας βρει δωμάτιο στην Αλεξάνδρεια!
- Α! Πολύ ωραία. Να μείνετε στην Αλεξάνδρεια!
Σιγή για μια στιγμή ... και εγώ σκεφτόμουνα ... μα ποιο πρόβλημα πήγε να μου πει ... υπάρχει και άλλο πρόβλημα; Γιατί τέτοια υπερβολική χαρά που θα μείνουμε εδώ;
- Ο
Concierge μου λέει ότι δεν μπορεί να κάνει κράτηση σε άλλο Hilton!
- Δεν πάει καλά. Τι σόι αλυσίδα είναι αυτή; Απλά ρώτα τον αν έχει άδεια δωμάτια. Δεν πρόκειται να γεμίσει στα επόμενα λεπτά.
- Έχει στο
Green Park Hilton
… μου λέει και τον κλείνω χωρίς να ρωτήσω αν υπήρχε κανένα άλλο πρόβλημα.

Γυρνάω στον ψηλό άγγλο και του λέω. “We dont want to go to Cairo. Just take us to the Green Park Hilton Hotel. We just want to sleep.” Και μου απαντάει ... “I have to ask my supervisor” και εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι. Ποιόν supervisor; Υπάρχει και άλλος εδώ στην ερημιά; “Έλα να σε βγάλω φωτογραφία με το σαραβαλάκι” αναφωνεί η Αριάνα.

Το γελοίο της υπόθεσης ήτανε πως θα είχαμε δύο δωμάτια, σε δύο διαφορετικά Hilton, σε δύο διαφορετικές πόλεις την ίδια βραδιά! Βέβαια το ένα θα πληρωνότανε με τα λεφτά της αποζημίωσης από την Ολυμπιακή, αλλά και πάλι ήτανε υπερβολή! Αλλά φυσικά, αυτό το ταξίδι το είχαμε γλωσσόφαει τόσο πολύ, που την ίδια ώρα που εγώ πόζαρα ξέγνοιαστος στο φακό με φόντο το σαράβαλο και το αεροδρόμιο στην Αλεξάνδρεια, οι δε Φίλιππος και Χρήστος στο Κάιρο μαθαίνανε ότι δεν είχαν δωμάτιο για να κοιμηθούνε απόψε!!!

Είχε γίνει λάθος στην κράτηση από ένα ξεφτέρι στην Αθήνα και δεν είχαμε δωμάτια για την πρώτη νύχτα. Θεώρησε ότι δεν θα κοιμηθούμε εκείνο το βράδυ μιας και φτάναμε χαράματα και δεν μας έκλεισε. Σημειωτέων ότι αυτό το ξεφτέρι στην Αθήνα ήταν η δεύτερη ηλίθια που μας έκανε αξέχαστες τις διακοπές και αυτή τη στιγμή που μιλάμε είναι συνεργάτης με τον Φίλιππο στο ταξιδιωτικό γραφείο! Η κράτηση που λέτε, ξεκινούσε από την επομένη μέρα!

Και εκεί που τα παιδιά στο Κάιρο ήτανε έτοιμοι να στήσουν καυγά με τον receptionist στο ξενοδοχείο, εμφανίζεται μέσα από το σκοτάδι ο Έλλην supervisor με τον δίμετρο Άγγλο και μου λέει. “Δεν μπορείτε να πάτε σε ξενοδοχείο εδώ να κοιμηθείτε. Έχουμε φαξ με εντολή να σας παραδώσουμε στο αεροδρόμιο του Καίρου. Έχουμε εγγυηθεί για την ασφάλειά σας και αν πάθετε τίποτα θα βρούμε τον μπελά μας!” Γυρνάω και κοιτάω την Αριάνα με ένα απορριμμένο ύφος σκεφτόμενος ... τι μας λένε αυτοί ... δεν πάνε στα καλά τους που θα μας πούνε που θα πάμε και που δεν θα πάμε.

Και στήνουμε έναν καυγά ... για την ακρίβεια δύο καυγάδες ... έναν στο Κάιρο, και έναν στην Αλεξάνδρεια ... και η πίεση των τεσσάρων να έχει χτυπήσει κόκκινο!

Καυγάς στο Κάιρο ...
- What do you mean we have no rooms? The agency gave us vouchers …
- Sir calm down … the hotel is fully booked for tonight … we simply don’t have any available room to give you. Your reservation is for tomorrow …

Καυγάς στην Αλεξάνδρεια ...
-
Βρε Αριάνα, κλείστην την ρημάδα (την φωτογραφική) να δούμε τι θα κάνουμε με δαύτους! Τι μας λέτε τώρα ... εμείς θέλουμε να πάμε για ύπνο. Είμαστε κομμάτια! Στο κάτω κάτω δεν φταίμε εμείς που η Ολυμπιακή τα έκανε μαντάρα!
- Μας σας εξήγησα κύριέ μου. Έχουμε εγγυηθεί την ασφάλειά σας. Το λεωφορείο είναι ήδη πληρωμένο. Δεν μπορούμε να σας αφήσουμε να πάτε όπου θέλετε ...

Καυγάς στο Κάιρο ...
- You can wait at the lobby for a couple of hours until the first room is available.

- Βρε Χρήστο, τι θα κάνουμε τώρα. Μας λέει να περιμένουμε μέχρι να ξυπνήσει κανένας χριστιανός και κάνει
check out!
- Μα εδώ είναι όλοι μουσουλμανοι!

Καυγάς στην Αλεξάνδρεια ...
- Madam, stop taking me photos. Sir, we need to take you to the Cairo Airport. You don’t like the bus? It is very safe. We guarantee!
- Να πάρεις το
bus σου και να το βάλεις εκεί που ξέρεις ...

συνεχίζεται ...

Παρασκευή, Μαΐου 05, 2006

Τι Κάιρο, τι Αλεξάνδρεια! (μέρος βου)

Αλεξάνδρεια Απρίλιος 2006

Αχχχχχ ... θυμάμαι τότε που ταξίδευα με την Swissair για Αμερική, που όταν ήταν ώρα για ύπνο, μας κλείνανε τα φώτα και όλοι κάνανε ησυχία για να κοιμηθούμε. Με ένα δίσκο στα χέρια γεμάτο χυμούς και σάντουτσάκια, κυκλοφορούσαν μέσα στο σκοτάδι οι φροντιστές και φιλεύανε όσους ξενυχτάγανε παρέα με ένα βιβλίο. Μόνο στο μέτωπο δεν μας φυλάγανε καληνύχτα! Έτσι ακριβώς και στην Ολυμπιακή. Έτσι ακριβώς ... για τα πρώτα δέκα λεπτά της απογείωσης. Δέκα ολόκληρα λεπτά καταφέραμε να κοιμηθούμε. Αμ που το βάζεις αυτό. Δέκα ολόκληρα λεπτά ύπνου. Με το που οριζοντιώνεται το αεροπλάνο, ανάβουν τα φώτα και ξεκινά τέτοια βαβούρα, μα τέτοια βαβούρα ... και όχι από επιβάτες αλλά από φροντιστές! Να ετοιμάζουν καφέδες και αναψυκτικά στο βάθος του αεροπλάνου και να ακούγονται σαν συναυλία των STOMPS. Και επίτηδες να το κάνανε, τόσες μεταλλικές κανάτες καφέ δεν έχουν να τσουγκρίσουν.

Εγώ δε, σφηνωμένος ανάμεσα στην Αριάνα, που αν δεν έχει παράθυρο με θέα ασφυκτιά, και σε έναν άραβα που κάθε τόσο και λιγάκι στα κενά αέρος να φωνάζει τρεις φορές Αλλάχ! “Τι θα κάνουμε όταν φτάσουμε; Να κοιμηθούμε Αλεξάνδρεια απόψε;” με ρωτάει η Αριάνα; “Δεν ξέρω. Θα δούμε όταν φτάσουμε.” της απαντάω εγώ ψύχραιμος και μέσα μου να σκέφτομαι πως θα ξεμπλέξουμε. Σιγά το πράγμα. Πόσο μακριά θα είναι το Κάιρο. Εξάλλου μας είπανε ... θα πάμε στο γραφείο της Ολυμπιακής όπου φυσικά και θα είναι ανοιχτό στις τέσσερις το πρωί της Κυριακής των Βαίων, θα μας περιμένει μία ακόμα αιθέρια ύπαρξη, σαν αυτή που μας είχε κάνει το check in, και θα τακτοποιήσει όλα τα προβλήματα μας. Σωστά;

Και ενώ εγώ αναρωτιόμουνα αλλά και κατάστρωνα προσεχτικά τα επόμενα βήματά μας, μόλις λίγα μίλια μακρύτερα, ο Φίλιππος και ο Χρήστος στο αεροπλάνο για το Κάιρο καθόντουσαν δίπλα σε δύο αλυσοδεμένους εγκληματίες!!! Τώρα αλυσοδεμένοι ήτανε ... με χειροπέδες ήτανε, ξέχασα να ρωτήσω αυτή τη λεπτομέρεια, αλλά είμαι σίγουρος ότι αυτοί μας είχανε φαει τις θέσεις!!!

Καθόντουσαν που λέτε, στη τελευταία σειρά πριν τις τουαλέτες ... σε εκείνες τις θέσεις που δεν έχουν καν χώρο να ξαπλώσουν προς τα πίσω, μαζί με δύο εγκληματίες και με δύο αστυνομικούς συνοδούς. Γυρνάει ο ένας αστυνομικός και λέει στον άλλον κάνοντας χιούμορ “Σου μυρίζει ζώο;” … αναφερόμενος στους κατάδικους ... “Εμένα μου μυρίζει.” Τώρα, τι του μύριζε δεν ξέρω, αλλά στο δικό μας αεροπλάνο, με προορισμό την Αλεξάνδρεια, εμένα μου μύριζε μια λερωμένη πάνα από το μωρό που είχε πλαντάξει στο κλάμα στο πίσω κάθισμα.

Κάποια στιγμή, και μετά από μία αποτυχημένη προσγείωση λόγω δυνατού αέρα, δεήσαμε και φτάσαμε στην λάθος πόλη. Η δε Αριάνα, να μου τα έχει πρήξει. Τουλάχιστον δέκα φορές πρέπει να μου είπε, “Εγώ λέω να μείνουμε Αλεξάνδρεια απόψε. Πότε θα έχουμε την ευκαιρία να ξανάρθουμε εδώ. Θα σηκωθούμε αύριο πρωί πρωί, θα γυρίσουμε την πόλη, και μετά θα πάμε Κάιρο”. Το πρωί πρωί μου άρεσε. Η ώρα είχε πάει σχεδόν πέντε. Λίγο η καθυστέρηση από Αθήνα, λίγο η αποτυχημένη προσγείωση, μία ώρα στην ουρά για τη βίζα, μείων μία ώρα διαφορά γιατί οι αιγύπτιοι θέλουν να ξυπνάνε για δουλειά μαζί με τους Ελβετούς ... να μη σας τα πολυλογώ, η ώρα είχε πάει σχεδόν πέντε και είχαμε κοιμηθεί δέκα ολόκληρα λεπτά! Και αρχίζουμε τα SMS. “Φτάσατε;” “Φτάσαμε!” “Βγάλατε βίζα;” “Βγάλαμε με 15€” “Εμείς 12€!” Γυρνάει μια γιαγιούλα δίπλα μου και μου λέει “Εγώ πλήρωσα 30€ στη πρεσβεία στην Αθήνα!” Τι να της πεις; Καλωσόρισες στην Αίγυπτο!

Βγάζουμε συνάλλαγμα, παίρνουμε τις βαλίτσες μας και κατευθυνόμαστε προς την έξοδο. Εντωμεταξύ μέχρι να τα κάνουμε όλα αυτά, η αίθουσα είχε αδειάσει. Όλοι οι local είχαν φύγει από τους πρώτους και είχαμε μείνει πέντ’ έξη Έλληνες. Η Αριάνα το βιολί της. “Εγώ λέω να μείνουμε στην Αλεξάνδρεια. Που να τρέχουμε στο Κάιρο βραδιάτικα.” “Βρε Αριάνα,” της λέω, “το ξενοδοχείο μας είναι στο Κάιρο και το έχουμε πληρωμένο! Που θα βρούμε ξενοδοχείο στις πέντε το πρωί;” Και που να ήξερα τι μας περίμενε με το ξενοδοχείο, αλλά αυτό δεν ήτανε το πρόβλημά μας εκείνη τη στιγμή ... το πρόβλημά μας ήτανε να βρούμε το γραφείο της Ολυμπιακής.

Και μα το θεό, να πέσει κεραυνός να με κάψει αν λέω ψέματα για αυτό, περνάμε το τελωνείο ... η αυτόματη πόρτα ανοίγει ... βγαίνουμε έξω σε ένα σκοτεινό δρόμο οπού λες “τώρα θα μας βιάσουνε” ... και η πόρτα κλίνει πίσω μας και δεν ξανανοίγει!!! Γραφείο την Ολυμπιακής ... πουθενά!

συνεχίζεται ...

Κυριακή, Απριλίου 30, 2006

Photography

Ιόνιο Πέλαγος - 30 Απριλίου 2006

Ιόνιο Πέλαγος - 30 Απριλίου 2006

Ιόνιο Πέλαγος - 30 Απριλίου 2006

Νικόπολη, Πρέβεζα- 30 Απριλίου 2006

Νικόπολη, Πρέβεζα- 30 Απριλίου 2006

Νικόπολη, Πρέβεζα- 30 Απριλίου 2006

Πέμπτη, Απριλίου 27, 2006

Τι Κάιρο, τι Αλεξάνδρεια!

Αλεξάνδρεια Απρίλιος 2006

Εμείς:
Θα μπορούσαμε να έχουμε δύο θέσεις μπροστά και δύο πίσω για να καθίσουμε όλοι μαζί;
Αυτή:
Μα τι λέτε τώρα, η πτήση έχει πρόβλημα... (και το ποιηματάκι ξεκινά) Κάθε εταιρία έχει δικαίωμα να κάνει overbooking σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΙΑΤΑ. Δεν υπάρχουν θέσεις. Αν θέλετε παίρνεται όλο το εισιτήριο αποζημίωση και πετάτε αύριο.
Εμείς:
Μα εμείς σήμερα θέλουμε να φύγουμε. Όχι αύριο.
Αυτή:
(Το ποιηματάκι ξανά) Κάθε εταιρία έχει δικαίωμα να κάνει overbooking σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΙΑΤΑ μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα ...
Εμείς:
Ναι, αλλά εμείς σήμερα θέλουμε να πάμε, όχι αύριο.
Αυτή:
Μας σας είπα. Κάθε εταιρία έχει δικαίωμα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα ...
Εμείς:
Ναι αλλά εμείς σήμερα έχουμε προγραμματίσει τις διακοπές μας. Όχι αύριο.
Αυτή:
Κοιτάξτε. Μπορείτε οι δύο από σας να πάτε για Κάιρο και οι άλλοι δυο για Αλεξάνδρεια με πτήση που φεύγει μετά από 10 λεπτά. Άλλες θέσεις για Κάιρο δεν έχω.
Εμείς:
Μα εμείς για Κάιρο κανονίσαμε και οι τέσσερις. Όχι για Αλεξάνδρεια ...

Για την ακρίβεια η ιστορία ξεκινάει λίγο νωρίτερα στο σπίτι μου όπου είχαμε τον κλασσικό τσακωμό με τον Φίλιππο για το πόσες ώρες νωρίτερα να πάμε στο αεροδρόμιο. Μία έλεγε αυτός, δύο να γκρινιάζω εγώ. Μία αυτός, δύο εγώ. Παίρνει τηλέφωνο και η Αριάνα (μερικοί θα την θυμόσαστε και από την ιστορία με το δελφίνι στο Μεξικό) “Μία! Μία!” να φωνάζει μέσα από το ακουστικό. Τι να τους λέω για τα τρεξίματα που έχω κάνει σε αεροδρόμια, τι να τους λέω για τις αναποδιές που μου έχουν τύχει, τι να τους έχω κάνει χρυσούς έστω και για μιάμιση ώρα νωρίτερα ... ανένδοτοι αυτοί. Μία παρά πέντε τα ξημερώματα φεύγει η πτήση ... δώδεκα παρά τα μεσάνυχτα ραντεβού στο Ελ. Βενιζέλ.

Καλά το ακούσατε, δώδεκα τα μεσάνυχτα. Εμείς και η μέση ανατολή. Τι Ισραήλ, τι αραβίες, τι παλεστίνες ... όλες οι πτήσεις της Ολυμπιακής για εκεί κάτω είναι μεταμεσονύχτιες. Και οι αεροσυνοδοί ... εδάφους και αέρος ... γλυκύτατες αιθέριες υπάρξεις εν το μέσο της νυχτός! Να στάζει μέλι το χειλάκι τους. Και λεπτεπίίίίίίλεπτες! Αυτό που το βάζετε; Φτερά στον άνεμο. Με το μαλάκι τους να ανεμίζει ανέμελα, όπως τότε που τις είχε προσωπικά προσλάβει ο Ωνάσης με τα ίδια του τα χεράκια ... ο Αριστοτέλης! Λες και μέρα δεν έχει περάσει από τότε.

Και αρχίζει ένας τσακωμός στις 12 και 10 με μια βαρέλο αεροσυνοδό εδάφους, το κάτι άλλο. Και ήταν σίγουρο πως ήταν εδάφους αλλιώς θα την χρεώνανε υπέρβαρη μαζί με τις αποσκευές. Η Αριάνα να τα έχει πάρει στο κρανίο. “Εγώ! Που πετάω συνέχεια για business trips! Που ποτέ καμιά άλλη εταιρία δεν μου έχει κάνει τέτοια κατάσταση! Πως τολμάτε! Τι πάει να πει είστε overbooked!” Ο δε Φίλιππος και ο Χρήστος, που το παιδί μόλις είχε φτάσει με το τσουφ τσουφ από την συμπρωτεύουσα, τα είχανε χαμένα. Γυρνάω και λέω στην βαρέλο ... “Την τελευταία φορά που ταξίδεψα με την Ολυμπιακή ήταν το ‘88 για Λονδίνο και μου κάνατε την ίδια ακριβός ιστορία. Δεν έχει αλλάξει τίποτα από τότε;” Και η βαρέλο, και συγνώμη για τον χαρακτηρισμό αλλά δεν μου βγαίνει τίποτα άλλο, να συνεχίζει να λέει το ποιηματάκι για εικοστή φορά αλλά μία συγνώμη να μη λέει. “Σύμφωνα με την ΙΑΤΑ μπλα μπλα μπλα” Και ο καυγάς να ανάβει και εντωμεταξύ οι άλλοι επιβάτες να κάνουνε checkin στα διπλανά κισσέ χωρίς κανένα πρόβλημα και η δικιά μας, ναι η βαρέλο, να της έχει κόλληση η βελόνα και να μην λέει να σταματήσει το τροπάριο. Σημειωτέων αυτή ήταν η πρώτη ηλίθια που συναντήσαμε στο ταξίδι. Ακολουθούν και άλλοι δυο τρεις που μας κάνανε τις διακοπές αξέχαστες. Να φανταστείτε ότι ο ξεναγός ήθελε να μας πάει στο πρώτο νεκροταφείο του Καΐρου για ξενάγηση λες και ήτανε κανένα must see!

Και εκεί που τσακωνόμαστε και η ώρα έχει πάει και είκοσι, και όλη η μέση ανατολή που ήταν τριγύρω μας έχει κάνει check in, το παίρνουμε απόφαση ότι πρέπει να χωρίσουμε. Και ο τσακωμός φουντώνει διότι δεν θέλει η Ολυμπιακή να μας δώσει αποζημίωση. “Σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΙΑΤΑ, αποζημίωση παίρνεται μόνο αν πετάξετε την άλλη μέρα” να μας λέει η βαρέλο. Και συνεχίζει ... “Με το που φτάσετε στην Αλεξάνδρεια θα πάτε στο γραφείο της Ολυμπιακής και αυτοί θα έχουν κανονίσει για ένα ταξί να σας πάει στο Κάιρο.” Προσέξτε την φράση κλειδί! Γραφείο της Ολυμπιακής!!! Σωστά; Γραφείο!

Ανένδοτοι εμείς να ζητάμε και αποζημίωση. Ανένδοτοι και η βαρέλο και κάθε τόσο και λιγάκι να παίρνει στο τηλέφωνο τον προϊστάμενο. Μέχρι που λέω την μαγική φράση “Κοιτάξτε ... εμείς δεν θέλουμε να τσακωθούμε με εσάς (μωρή κότα να μην έρθω από μέσα και σε ξεπουπουλιάσω ... σκεφτόμουνα και ήμουνα σίγουρος πως η Αριάνα ήταν έτοιμη να την ξεμαλλιάσει). Φέρτε τον προϊστάμενό σας να λύσουμε το ζήτημα μαζί του.” Σιγά μην και ο προϊστάμενος κουνιόταν από την καρέκλα του για μας. Και μα το θεό ο παρακάτω διάλογος διαδραματίζεται με απόλυτο συντονισμό!

Αριάνα: Δεν είναι τα λεφτά το θέμα. Δεν είμαστε τίποτα τσίπιδες να χρειαζόμαστε τα λεφτά σας ...
Βαρέλο
(με το ακουστικό στο χέρι): Σας δίνουμε 125 ευρώ στον καθένα σας
Ανδρέας
(η αφεντιά μου): ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΟΥΜΕ!

Για πότε έκαναν check in ο Φίλιππος και ο Χρήστος για Κάιρο, για πότε αρπάξαμε τα λεφτά από το ταμείο στην μία άκρη του Ελ. Βενιζελ και κάναμε check in για Αλεξάνδρεια στην άλλη άκρη, για πότε βρεθήκαμε σε διαφορετικά αεροπλάνα δεν το κατάλαβα. Αλλά όταν κάθισα στη θέση μου, έβαλα τη ζώνη και πήρα μια ανάσα τότε συνειδητοποίησα τη γελοιότητα της κατάστασης και μου ερχόταν να βάλω τα γέλια. Γιατί η βραδιά απλούστατα μόλις είχε ξεκινήσει!

συνεχίζεται ...

Σάββατο, Απριλίου 22, 2006

Ω γλυκύ μου έαρ


Οι φλόγες να τρεμοπαίζουν, οι μελωδίες να πλανώνται στον αέρα, αλλά ο κόσμος να μη λέει να σωπάσει. Για την ακρίβεια ... να μη λέει να βγάλει το σκασμό του. Λες και όλοι περιμένανε τη σημερινή μέρα να συζητήσουν.

“Έφτιαξες κουλουράκια” να λέει μια κυρία. “Εγώ έβαλα μαστίχα φέτος στα τσουρέκια” να κοκορεύεται μια άλλη. Τα δε παιδιά ... έλεος ... μαζέψτε τα! “Που είναι η μαμά μου” να φωνάζει ένα ... “Που είναι ο Λαλάκης” να ουρλιάζει μια μάνα. Οι δε οικογένειά μου ακόμα χειρότερα. Ο αδελφός μου να μιλάει με τον πατέρα μου ακατάπαυστα για δουλείες. Η δε μητέρα μου γλιστράει και πέφτει. Ευτυχώς που περνάγαμε από το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς και τρέξανε οι αστυνομικοί και βοηθήσανε να τη σηκώσουμε. Όλοι συνεννοημένοι να μου σπάσουνε τα νεύρα απόψε.

Δεν υπάρχει ωραιότερη μελωδία ... ωραιότερη ψαλμωδία από αυτήν της περιφοράς του επιταφίου και κάθε χρόνο νοιώθω μόνος να προσπαθώ να την αγγίξω ... έστω και για μια στιγμή να την αρπάξω μέσα σε ένα γενικό χαμό. Μία και μόνο μία φορά να την ακούσω όπως πρέπει. Να την νοιώσω όπως και εκείνη την πρώτη φορά που την πρόσεξα...

Πρέπει να ήμουν δεκαεφτά χρονών, και για άλλη μια φορά τα γενέθλιά μου είχανε πέσει μέσα στη μεγάλη εβδομάδα. Εκείνη τη χρονιά είχαμε μείνει Αθήνα να γιορτάσουμε το Πάσχα, μιας και η γιαγιά μου η Μαριγούλα, ήτανε άρρωστη στα τελευταία της. Τώρα θα μου πείτε στα δεκαεφτά μου άκουσα για πρώτη φορά την μελωδία “Ω γλυκύ μου έαρ”; Βλέπετε στο χωριό μου τότε, μοιραζόμασταν έναν παπά με άλλα πέντε χωριά. Θυμάμαι μια ζωή να κάνουμε ανάσταση στις τέσσερις το πρωί. Περιφορά να σας πω την αλήθεια δεν θυμάμαι γιατί την κάναμε λίγο συνοπτικά. Νομίζω μια γυροβολιά την εκκλησία κάναμε και αυτό ήταν όλο και όλο. Τρέχαμε πίσω από τον παπά.

Είχαμε μαζευτεί, λοιπόν, όλοι μας στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής ... ναι ... σε αυτήν στην Μεσογείων ... με τα αμάξια να τρέχουνε στην λεωφόρο πατημένα τα εκατό και με τα σουβλατζίδικα να ψένουν λες και ήτανε τσικνοπέμπτη. Θυμάμαι δε και τα σχόλια των δικών μου ... “Τι σοι Πάσχα θα κάνουμε εδώ στην Αθήνα”.

Και πως έγινε και ενώ αισθανόμουνα λες και ήμουνα σε πανηγύρι ... τη στιγμή που ξεπρόβαλε ο επιτάφιος στα σκαλοπάτια της εκκλησίας ... τη στιγμή που οι ψάλτες ανοίξανε το στόμα τους ... ο χρόνος πάγωσε. Η απόλυτη ηρεμία απλώθηκε σε ολόκληρη την πλατεία. Απλώθηκε όπως και το φως καθώς οι πιστοί μεταλαμπαδεύανε την φλόγα από κερί σε κερί. Απλώθηκε όπως και ο ήχος της καμπάνας που ο άνεμος την έπαιρνε και την ταξίδευε μακριά. Η πόλη σκοτείνιασε λιγάκι για να λάμψουν περισσότερο τα κεριά και τα αυτοκίνητα χαθήκανε κάπου στη λεωφόρο χωρίς να ενοχλούν κανένα.

Ο επιτάφιος να προχωράει μέσα στο πλήθος και αυτό σιωπηλά και αρμονικά να κάνει στην άκρη για να περάσει η λιτανεία. Δεν κουνηθήκαμε καθόλου από την θέση μας. Δεν μπορούσαμε έτσι και αλλιώς από τον πολύ κόσμο αλλά το πιο περίεργο από όλα ... εκατοντάδες άνθρωποι ... όσοι είχανε μείνει στην άδεια γειτονιά για το Πάσχα ... όλοι μα όλοι να ψέλνουν μία και μοναδική ζεστή μελωδία που έκανε και την πιο παγωμένη καρδιά να λιώνει. Όλοι να έχουνε συγχρονιστεί με τους ψάλτες και να ψέλνουν “Ω γλυκύ μου έαρ …”

Είχα μαγευτεί από τα κεριά και τους ψαλμούς. Αυτά τα δέκα με είκοσι λεπτά που κράτησε η περιφορά γύρω από την εκκλησία ... και εκείνα τα πέντε δάκρια του ουρανού που στάξανε στον ώμο μου. Απλά είχα μαγευτεί ...

. . .

Μία τέτοια μοναδική στιγμή έλπιζα και για φέτος που μείναμε Αθήνα. Βλέπεις μεγάλη Πέμπτη διάλεξε το τρίτο ανιψάκι μου να έρθει στο κόσμο και μας “καθήλωσε” στην πόλη ... και αυτό αγόρι μας βγήκε. Μόνο που οι γονείς μου θέλανε να τους πάω στον Άι Γιώργη στο Χαλάνδρι αυτή τη φορά, μιας και η εκκλησία προσπαθεί να μαζέψει χρήματα μπας τελειώσει την αγιογράφηση. Είκοσι χρόνια στα μπετά την θυμάμαι. Πινέλο με μπογιά έχει δεν έχει ακουμπήσει τους τοίχους!

Αλλά μαγική στιγμή δεν υπήρχε. Φασαρία πολύ υπήρχε. Κόσμος πολύς υπήρχε. Ψαλμοί ... ούτε για δείγμα. Αφήνω πίσω τους δικούς μου να μιλάνε ακατάπαυστα και πλησιάζω τη λιτανεία μπας και καταφέρω να κλέψω μία νότα ... ένα στοίχο. Αλλά μόνο το φως των κεριών υπήρχε από όλη τη μαγεία και ήτανε ζεστό για άλλη μια φορά. Μόνο αυτό να ζεσταίνει την παγωμένη μου καρδιά. Και είναι όντως παγωμένη τελευταία γιατί αρνείται να ερωτευτεί ξανά. Έχει μείνει πίσω στα παλιά και ενώ η λογική προστάζει να πάω εμπρός, η καρδιά αρνείται κατηγορηματικά. Λες και ελπίζει ακόμα ... λες και ελπίζει για ένα θαύμα που δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.

Διότι όταν είσαι ερωτευμένος πιάνεσαι από λέξεις που το ποιο πιθανό είναι να μη σημαίνουν τίποτα. Και τις προάλλες που βγήκαμε μετά από ένα μήνα για καφέ, η καρδιά μου πιάστηκε από εκατοντάδες λέξεις. Συναντηθήκαμε για να μου δώσει το νεσεσέρ μου που είχα αφήσει πίσω μου εκείνη τη βραδιά που χάθηκα. Ετοιμαζόμουνα για ταξίδι και θεώρησα ότι ήταν η ώρα να κλείσω το κεφάλαιο αυτό μια για πάντα. Δεν ήταν το νεσεσέρ που χρειαζόμουνα, απλά ήθελα να μαζέψω ότι είχα αφήσει πίσω μου ... να μαζέψω τα ίχνη μου ... να σβήσω την παρουσία μου μια για πάντα.

Και καταλήξαμε να πίνουμε καφέ, να γελάμε και να υποκρινόμαστε ότι τίποτα το σημαντικό δεν είχε συμβεί. Αλλά η καρδιά πιανόταν από λέξεις και να χανόταν μέσα στον έρωτα. Η λογική να παλεύει να ανασάνει μέσα μου έστω και για μία στιγμή αλλά η καρδία μου να λιώνει και να πονάει. Και όταν ρώτησα αν μου έφερε και την οδοντόβουρτσα μου, τότε ήταν που ήθελα να βάλω τα κλάματα διότι η απάντηση δεν ήταν “όχι, την πέταξα” ούτε ήτανε “ναι, στην έφερα”. Ήταν η απάντηση που δεν περίμενα να ακούσω ποτέ μου και μακάρι να μην την είχα ακούσει, διότι από εκεί έχει πιαστεί η καρδιά μου και δεν θέλει να προχωρήσει ... και ακόμα ελπίζει. Βλέπεις η οδοντόβουρτσά μου βρίσκεται ακόμη στο ποτήρι δίπλα σε μια άλλη οδοντόβουρτσα λες και με περιμένει να γυρίζω κάποια μέρα. Λες και μια μέρα ... και εγώ δεν ξέρω πλέον. Τόσο πολύ χάθηκα μέσα στα λόγια, και για άλλη μια φορά δεν ξέρω πως να μεταφράσω τα σημάδια, τα νοήματα ... και ακόμα χειρότερα ... τα αγγίγματα. Για άλλη μια φορά χάθηκα.

Και μια σταγόνα κεριού, μου καιει το δάχτυλό μου και με ξυπνάει μέσα από τις σκέψεις μου. Και η μελωδία αρχίζει και ο κόσμος ψέλνει “Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος...” Λόγια που δεν καταλαβαίνω αλλά είναι σαν χάδι στο μάγουλό μου.

Μόνο που η μελωδία δεν διαρκεί για πολύ και η φλόγα του κεριού με υπνωτίζει για άλλη μια φορά. Και χάνομαι πάλι μέσα σε σκέψεις που με βασανίζουν. Και αυτό που με βασανίζει όλη αυτή την εβδομάδα είναι το τηλεφώνημα που πρέπει να κάνω την Κυριακή του Πάσχα. Που είναι μέρα γιορτινή γεμάτη χαρά ... γεμάτη αγάπη. Μέρα που θέλεις να τη μοιραστείς με τ΄ αγαπημένα σου άτομα. Μέρα που θέλεις να πάρεις τηλέφωνο όλους όσους αγαπάς και να τους ευχηθείς χρόνια πολλά και ευτυχισμένα αλλά αυτό που θέλεις πραγματικά να πεις είναι χρόνια πολλά και ευτυχισμένα μαζί! Μαζί!

Και πρέπει να κάνω αυτό το τηλεφώνημα γιατί το υποσχέθηκα. Υποσχέθηκα να πάρω και να πω, πως πέρασα στην Αίγυπτο που απέδρασα για τέσσερις ημέρες, μιας και αυτή η χώρα για άλλη μια φορά δεν με χωρούσε πλέον. Υποσχέθηκα αυτό το τηλεφώνημα και δυστυχώς ακόμα δεν κατάφερα να κλείσω αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου. Και αρχίζω να μην αντέχω πλέον γιατί κουράστηκα με όλα αυτά και έχω παγώσει την καρδιά μου για τα καλά. Την έχω παγώσει και αρνούμαι να ερωτευτώ ξανά. Αρνούμαι!

Και με αυτά και με άλλες σκέψεις ... φτάνει η στιγμή που ανεβαίνω τα σκαλιά, και με ένα απαλό φύσημα, σβήνω το κερί και προσκυνάω τον επιτάφιο.

__________________________________

Τις καλύτερες μου ευχές σε όλους σας για μια λαμπερή ανάσταση γεμάτη αγάπη και πολλά χαμόγελα.

ΥΓ. Να προσέχετε τις λαμπάδες σας μην κάψετε κανέναν!

Σάββατο, Απριλίου 15, 2006

Αντίο


Ένας κόμπος στο λαιμό. Δυο βουρκωμένα μάτια. Το οξυγόνο λιγοστό. Πάντα το ίδιο συναίσθημα. Κόσμος ... πολύ κόσμος! Όλοι με έναν προορισμό. Όλοι με ένα εισιτήριο στο χέρι. Άλλοι φεύγουν, άλλοι έρχονται. Άλλοι με ένα χαμόγελο, άλλοι με ένα δάκρυ. Όσο μεγάλη και να είναι η αίθουσα αναμονής, ποτέ δεν με χωράει. Και συνήθως είναι απέραντες. Τόσο απέραντες που μπορείς να χάσεις και τον εαυτό σου εκεί μέσα.

Δεν τα μπορώ τα αεροδρόμια. Απλά δεν τα μπορώ. Έχω ταξιδέψει εκατοντάδες φορές στη ζωή μου και απλά δεν τα αντέχω. Και δεν είναι το αεροδρόμιο το ίδιο ... δεν είναι το αεροπλάνο που φοβάμαι ... είναι το αντίο που πρέπει να πω. Είναι που πρέπει να αποχαιρετήσω ανθρώπους που αγαπώ. Είναι που δεν ξέρω αν θα τους ξαναδώ. Δεν ξέρω αν θα τους ξαναμιλήσω.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που ένοιωσα έτσι. Ήταν στο Heathrow το ’92. Όλοι οι φίλοι μου είχαν μαζευτεί εκεί να με αποχαιρετήσουν. Ο Γρηγόρης, η Άννα, η Αμαλία ... Όλοι να μ’ αγαλλιάζουν και όλοι να με φιλάνε. Με είχαν γεμίσει δώρα και γράμματα για να τους θυμάμαι. Μία πέννα για να τους γράφω, ένα κουτί γλυκά, δύο jazz CD, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες... Όλα τυλιγμένα με λαμπερές πολύχρωμές κόλες χαρτί, να μου θυμίζουν τις ευτυχισμένες μέρες στο Λονδίνο. Δεν ήθελα να φύγω. Δεν ήθελα με τίποτα να φύγω. Νόμιζα ότι με είχαν δέσει με σκοινί και με τραβάγανε.

Η Βεατρίκη δεν είχε έρθει. Δεν ήθελε να την δω να κλαίει μου είπε. Η καλύτερη μου φίλη και δεν ήρθε. Με αποχαιρέτησε με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Ένα γράμμα που το βρήκα κρυμμένο στην βαλίτσα όταν την άνοιξα χιλιάδες μίλια μακριά. “Θεέ μου” σκέφτηκα … “δεν θα τους ξαναδώ ποτέ” ... “πώς τρέχει έτσι η ζωή;”

Θυμάμαι ξανά το 96 στη Βοστόνη. Ήταν Μάιος και μόλις είχαμε αποφοιτήσει. Ήταν ένας πολύ ωραίος Μάιος. Τότε που ο κόσμος όλος ήταν δικός μας. Τον κρατάγαμε στα χέρια μας θυμάμαι, και τον πλάθαμε όπως εμείς θέλαμε. Θυμάμαι εκείνη την αίθουσα αναμονής στο Logan σαν να ήταν χτες. Ο Liam έφευγε για San Francisco, Η Jessica για Ταϊβάν, η Νατάσσα για Γαλλία. Όλοι με ένα εισιτήριο στο χέρι και με βαλίτσες γεμάτες όνειρα και ελπίδες. Και εγώ στο αεροδρόμιο να τους αποχαιρετώ. Σκορπίσαμε σε όλο τον πλανήτη. Φύσηξε αγέρας και σκορπίσαμε παντού.

Τα χρόνια πέρασαν και οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Μέσα σε μία μέρα άλλαξε η ζωή μου ριζικά. Δεν έλεγα αντίο μόνο σε φίλους, αλλά και σ΄ ένα τρόπο ζωής. Αποχαιρετούσα την ελευθερία μου. Ασφυκτιούσα στο αεροδρόμιο. Όλοι οι φίλοι μου ήτανε εκεί για άλλη μια φορά. Η φίλη μου, η Barrie, απαρηγόρητη. Να μην πιστεύει ότι η ζωή πρέπει να αλλάξει. Και εγώ βουβός, γεμάτος με πολλά μικρά δώρα και με ένα εισιτήριο δίχως επιστροφή να τους αποχαιρετάω έναν έναν. Εκείνο το εισιτήριο ... εκείνο το εισιτήριο για να συναντήσω το πεπρωμένο μου ... αυτό που τόσο χρόνια απέφευγα.

Και το έργο επαναλήφθηκε πολλές φορές. Αντίο στην Βίκυ στο Μιλάνο. Αντίο στην Άννα στο Λουξεμβούργο. Αντίο στη Yen Yen στην Μανίλα. Αντίο ... αντίο ... αντίο. Χαμένος μέσα σε αγκαλιές και βουρκωμένα μάτια. Χαμένος μέσα σε νοήματα που προσπαθείς να αποκωδικοποιήσεις. Χαμένος μέσα σε ψίθυρους στ’ αυτί που προσπαθείς να μεταφράσεις ... λέγοντας το τελευταίο σ’ αγαπώ.

Πες μου, πως λες αντίο; Μου λες; Πως συνεχίζεις να ζεις χωρίς ανθρώπους που αγαπάς; Χωρίς την οικογένειά σου; Χωρίς τους φίλους σου; Χωρίς τον έρωτά σου; Πως; Πες μου, πως αρχίζεις τη ζωή ξανά; Πως ξαναβρίσκεις φίλους, έρωτα, αγάπη; Πως;

Μισώ τα αεροδρόμια …

Αλλά το πιο σκληρό αντίο το είπα στο αεροδρόμιο Μακεδονία, πριν από τρία χρόνια. Τότε που αποχαιρετούσα την Αμαλία για άλλη μια φορά. Την θυμάμαι πίσω από την τζαμαρία σιωπηλή με βουρκωμένα μάτια. Με θυμάμαι πίσω από την τζαμαρία να καταριέμαι το πεπρωμένο μου. Προσπάθησα τόσο πολύ να ενώσουμε τις ζωές μας ... μα τόσο πολύ. Ίσως αν προσπαθούσα λίγο ακόμα. Ίσως άλλο ένα ταξίδι. Ίσως αν κάναμε λίγο υπομονή ακόμα. Ίσως ... ίσως. Αυτά τα ίσως θυμάμαι αλλά και οι δυο ξέραμε πολύ καλά το μέλλον. Εγώ δεμένος στην Αθήνα. Εκείνη δεμένη στη Θεσσαλονίκη. Πεντακόσια τέσσερα χιλιόμετρα να μας χωρίζουν ... να με χωρίζουν από την πρώτη μου αληθινή αγάπη ... από τον πρώτο μου έρωτα.

Δεν ξαναπάτησα Θεσσαλονίκη. Η ήτα μου ήταν βαριά. Ο χρόνος μπορεί να μαλάκωσε τον πόνο, αλλά δεν άντεχα να την ξαναδώ. Μισώ τα αεροδρόμια. Τα μισώ!

. . .

Γωνία Εγνατίας και Χαλκέων. Μια μικρή πλατεία, μια μικρή εκκλησία και εγώ. Πως πέρασαν έτσι τρία χρόνια. Τίποτα δεν έχει αλλάξει αλλά και πάλι όλα έχουν. Τρία χρόνια που δούλευα όλη μέρα. Τρία χρόνια που διακοπές δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο μου. Δούλευα, δούλευα, δούλευα! Δημιουργούσα κάθε μέρα επιχειρήσεις. Έχτιζα όνειρα. Ακολουθούσα το πεπρωμένο μου με σκυφτό κεφάλι. Δεν το σήκωνα για να μην δω το μέλλον αλλά ούτε και το παρελθόν. Δούλευα, δούλευα, δούλευα! Δούλευα για να ξεχάσω. Και έφτασε η μέρα όπου ξέχασα. Όπου το παρελθόν είχε επιτέλους ξεθωριάσει. Και όρθωσα το ανάστημά μου. Και σήκωσα το κεφάλι μου. Και μόλις έριξα μια ματιά στον κόσμο γύρω, αυτός με πλήγωσε. Με πλήγωσε πολύ βαθιά. Και όχι μία, αλλά τρεις απανωτές φορές.

Θεέ μου, πώς άλλαξα έτσι. Πώς έχασα το χαμόγελό μου. Θέλω τόσο πολύ να το ξαναβρώ. Θέλω τόσο πολύ να μου το ξαναφέρουν...

Έκανε ψύχρα εκείνο το βράδυ. Παρόλο που η μέρα είχε μυρίσει καλοκαίρι, με την δύση όλα άλλαξαν. Δεν είχε κίνηση και είχα φτάσει στο ραντεβού νωρίτερα. Ένα τέταρτο είχα κλειστά τα μάτια. Ήθελα να τα ανοίξω με το άκουσμα της φωνής της και να αντικρίσω το γλυκό της χαμόγελο. Τρία χρόνια πολλά ξεχνάς αλλά ένα χαμόγελο ποτέ. Τρία χρόνια που ο καθένας ακολουθούσε το πεπρωμένο του. Εκείνη παντρεύτηκε. Εγώ χάθηκα. Τρία ολόκληρα χρόνια για να αντικρίσω το χαμόγελό της.

Και το αντίκρισα. Και η φωνή της ήταν γλυκιά όπως τότε. Και η αγκαλιά ήταν ζεστή όπως πάντα. Μόνο που ήταν πιο σφιχτή. Πάρα πολύ σφιχτή.

Οι ώρες περάσανε σαν αστραπή εκείνο το βράδυ. Είχαμε τόσα να πούμε, τόσα να θυμηθούμε. Καφές δίπλα στο κύμα, έκθεση φωτογραφίας, βόλτα στη παραλία. Δεν σταματήσαμε να μιλάμε ... στιγμές που μιλούσαμε ταυτόχρονα και δεν ξέραμε τι να πρωτοπούμε ... παλεύαμε να μονοπωλήσουμε τον χρόνο για να πει ο καθένας τα νέα του. Και όταν τα τηλέφωνα χτυπάγανε η αγανάκτησή μας ήταν ολοφάνερη. Μας κλέβανε τον ελάχιστο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τρία χρόνια συμπιεσμένα σε λιγοστές ώρες. Ό έρωτας μπορεί να σβήνει αλλά η φιλία ποτέ. Και αυτό ήταν που ήθελα πιο πολύ απ’ όλα. Μια ζεστή αγκαλιά. Μια αγκαλιά που την σκεφτόμουνα μήνες τώρα.

. . .

Ένας μήνα έχει περάσει από εκείνη τη βραδιά και λιγοστές αναμνήσεις μείνανε. Θυμάμαι πως η πόλη είχε σωπάσει εκείνο το βράδυ για να μη μας ενοχλήσει. Θυμάμαι τα φώτα που ήταν λίγο πιο λαμπερά απ’ ότι συνήθως και μπορούσα να δω το χαμόγελό της. Θυμάμαι τον αέρα που είχε κοπάσει όταν περπατούσαμε δίπλα στη θάλασσα και έκανε την αγκαλιά της πιο ζεστή. Για πρώτη φορά δεν κρύωνα ...

Δεν θυμάμαι άλλες λεπτομέρειες. Όλα ήτανε αχνά, θαμπά. Σαν ένα γλυκό όνειρο που ξυπνάς την άλλη μέρα και αναρωτιέσαι αν ήτανε αληθινό. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που θυμάμαι. Δεν είμαι και πολύ σίγουρος για αυτό αλλά είχα την εντύπωση πως εκείνο το βράδυ χαμογελούσα. Εκείνο το βράδυ η Αμαλία μου έδωσε απλόχερα το χαμόγελό μου και όταν έφτασε η ώρα του αποχωρισμού, δεν μου το πήρε, παρά μου έδωσε και λίγο παραπάνω για να διαρκέσει μέχρι την Αθήνα. Για να αντέξω το αεροδρόμιο και ίσως μέχρι το σπίτι.

Και όταν έφτασε η ώρα του αποχωρισμού ... όταν έφτασε η ώρα να πούμε αντίο ... δεν το είπαμε ... παρά μου έδωσε ένα χάδι στο μάγουλο και ανανεώσαμε το ραντεβού μας στην Αθήνα.