Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Boss' Diary. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Boss' Diary. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Boss' Diary: Η Μαύρη Χήρα




Για την Μαρία την καινούργια ρεσεψιονίστ σας είπα; Δεν σας είπα! Σωστά; Σας έχω πει για τον Γιωργάκη που θέλει να πάει στα
Dream Shows, σας έχω πει για την Ειρήνη μια σκέτη barbie κούκλα, για την Βάσω που τα έκανε μαντάρα στον αγιασμό, την Χριστίνα που την έβαλα να φακελώσει 10,000 φυλλάδια, αλλά για την Μαρία κουβέντα μέχρι τώρα!


Λοιπόν, έχουμε και λέμε ... η Μαρία ήρθε στην εταιρία μας πριν από δύο με τρεις μήνες. Δεν ήταν δική μου επιλογή για να ήμαστε ξεκάθαροι ... αλλά η Μαρία είναι άλλη μια
Barbie στην κυριολεξία! Πανέμορφη, λεπτή μεσούλα, λεπτά χεράκια, μικροκαμωμένη με μακριά μαύρα μαλάκια, αλλά πάνω απ’ όλα ... ΝΤΡΟΠΑΛΗ!!! Αμφιβάλω αν μ’ έχει κοιτάξει στα μάτια μέχρι τώρα και όσο για την ένταση της φωνής της ... οι σκύλοι την ακούνε δεν την ακούνε. Εγώ αναγκάζομε να διαβάζω τα χείλη της.


Βέβαια η ιστορία ξεκινάει πριν από δύο χρόνια όταν είδα ένα απίστευτο ξύλινο κλουβί για πουλιά σ’ ένα μαγαζί. Βέβαια άμα ήξερα καλύτερα τότε, θα είχα αγοράσει ένα κλουβί για κάτι τρελές που γνώρισα λίγο αργότερα αλλά το θέμα ήταν ότι κατέληξα με ένα κλουβί για πουλιά. Πουλιά εγώ πάντως δεν ήθελα να έχω! Ούτε τρελές ήθελα στη ζωή μου αλλά και τα δυο με βρήκανε μετά από μερικούς μήνες.


Στην αρχή το κλουβί στεκόταν μόνο του στο σαλόνι της υποδοχής. “Κύριε Ανδρέα γιατί δεν μας παίρνετε μια καρδερίνα; Ένα παπαγαλάκι; Έστω και καμιά μπεκάτσα να έχουμε! Τόσο όμορφο κλουβί και να είναι άδειο!” Εγώ ούτε να το σκεφτώ. Μάλλον κανένα παιδικό τραύμα θα είχα και δεν τα ΄θελα.


Είχαμε που λέτε ένα καναρίνι, και ‘γώ ήμουνα δεν ήμουνα 7 χρονών όταν μπήκε ο διάολος μέσα μου και ήθελα να το ελευθερώσω. Δε για τα προσχήματα, ήθελα να το κάνω να φανεί ατύχημα ... ντε και καλά μου έπεσε το κλουβί κι έσπασε. Και εκεί που καθόμασταν όλοι μας σε μια βεράντα 2 επί 3, ανεβαίνω σε ένα σκαμπό προσποιούμενος ότι πάω να κατεβάσω το κλουβί να το καθαρίσω. Μου πέφτει από τα χέρια μου κάτω και σπάει το κλουβί σε δυο κομμάτια. Βρε ουστ φύγε από ‘δω ... τίποτα αυτό. Απτόητο το καναρίνι. Ούτε κλαρί δεν άλλαξε. Έφαγα μια κατσάδα που δεν περιγράφετε για το τίποτα! “Γιατί δεν μας είπες να στο κατεβάσουμε εμείς” να μου φωνάζουν όλοι οι μεγάλοι. Εγώ μπόμπιρας τότε ... και τι δικαιολογία μου έρχεται να πω;;; ... “Δεν ήθελα να χαλάσω το σάλιο μου!” απαντάω όλο καμάρι.


Λοιπόν, πίσω στο τωρινό κλουβί. Που λέτε είναι ένα κόσμημα μοναχό. Από σκούρο ξύλο, σε σχήμα καθεδρικού ναού με τέσσερις μικρούς, και έναν μεγάλο τρούλο. Με τα βίας που χώρεσε σε τζιπ για να το κουβαλήσω. Καθόταν που λέτε μοναχό το κλουβί και το χαζεύανε οι επισκέπτες για μήνες μέχρι που πέρυσι το φθινόπωρο αριβάρισε ο πρώτος ένοικός του. Ένα παπαγαλάκι που στον ήλιο δεν είχε μοίρα. Το είχε σκάσει από κάποιο γείτονα και είχε λαλήσει από την πείνα και την δίψα το άμοιρο. Αμέσως κινητοποιήθηκαν όλοι στην εταιρία. “Κ. Ανδρέα ... κ. Ανδρέα ένα παπαγαλάκι στην βεράντα ... να το πιάσουμε ... να το ταίσουμε να το ποτίσουμε μπλα μπλα μπλα ...” Βέβαια αυτό που όλοι εννοούσανε ήτανε “κ. Ανδρέα ... πιάστε το ... ταίστε το ... ποτίστε το ...”


Έτσι και έγινε. Εκείνη την ημέρα αποκτήσαμε την “Αρήτη”. Παπαγαλάκι γένους θηλυκού, αγνώστης προελεύσεως και ηλικίας, μόνιμος κάτοικος στους πρόποδες της Πεντέλης σε ξύλινη, ευάερη, ευήλια, πεντάτρουλη μονοκατοικία και προπαντός με θέα το λεκανοπέδιο της Αττικής!


Και φυσικά, δεν περάσανε πάνω από πέντε μέρες και όλοι γίνανε ψυχολόγοι παπαγάλων. Ανακαλύψανε που λέτε όλοι οι υπάλληλοι μαζί και ο καθένας τους ξεχωριστά, ότι η Αρήτη έχει κατάθλιψη και θέλει συντροφιά. “κ. Ανδρέα, πότε θα αγοράσετε άλλο ένα να της κάνει συντροφιά; ... κ. Ανδρέα, της τελείωσαν οι βιταμίνες. Όταν πάτε για βιταμίνες, πάρτε κι’ άλλο ένα ... κ. Ανδρέα ... κ. Ανδρέα ... κ. Ανδρέα ...” Να φανταστείτε, μια μέρα που το χάζευα, είδα μια στρογγυλή άσπρη πέτρα μέσα στο κλουβί. Ρωτάω την δεσποινίς Μαρία, την καινούργια ρεσεψιονίστ, και τι νομίζεται ότι μου λέει; “Τη βάλαμε για να κάνει αυγά ... όπως και στις κότες! Να της πάρουμε και καμιά φωλιά!” Περιττό να σας πω ότι απάντηση δεν έδωσα στο ζήτημα αυτό.


Και ερχόμαστε στο σήμερα ... ή για την ακρίβεια στο χτες που πήγα να πάρω τις βιταμίνες της Αρήτης μη και μας πάθει τίποτα και τη χάσουμε. Μπαίνω σ’ ένα
pet shop και αρχίζω το χάζι. Από ‘δω τα κουταβάκια, απ’ εκεί τα ψαράκια, στο βάθος τα πουλιά. Τώρα μου λέτε τι μ’ έπιασε; Ε;;; Μου λέτε; “Πόσο κάνει ο αρσενικός;” Και δείχνω έναν παπαγάλο με μπλε ράμφος που έδειχνε ευτυχισμένος μαζί με την μπακουροπαρέα του σ’ ένα κλουβί μια σταλιά. Το ‘παιζα και καλά ότι ξέρω από πτηνά! Για όσους άσχετους με το άθλημα ... οι αρσενικοί έχουν μπλε ράμφος! “13 μισό” μου απαντάει ο πωλητής. “Άιντε ... μπαγλαρώστε τον” ανταποκρίνομαι και εγώ και πριν το καταλάβω βρέθηκα με ένα πτηνό στο ένα χέρι και με βιταμίνες στο άλλο.


Δεν περιγράφετε η χαρά όλων όταν είδαν τον καινούργιο παπαγάλο. Λες και τους έπεσε το κρατικό. Η δε Αρήτη σε μια γωνιά με έντρομο παπαγαλίσιο βλέμμα και ο Οδυσσέας (τον είχαμε βαφτίσει προ πολλού) να χτυπιέται μέσα στο τεράστιο κλουβί και να μην μπορεί να βρει ησυχία. Ο κακόμοιρος δεν φτάνει που έχασε την παρέα του αλλά και με το ζόρι παντρειά!


Κατά το απόγευμα, τα πράγματα στο κλουβί είχανε ηρεμήσει και η Μαρία που είχε την απογευματινή βάρδια θα τους έριχνε και κανένα βλέφαρο να δει ότι όλα πηγαίνανε καλά. “Λοιπόν κ. Ανδρέα ... χρειαζόμαστε και μια φωλιά τώρα”. Προφανώς όλοι τους είχαν στο νου τους γεννητούρια από τώρα!

. . .

Σήμερα με το που μπαίνω στο γραφείο έρχεται η δεσποινίς Μαρία.
- Πως πήγαν χτες τα παπαγαλάκια δεσποινίς Μαρία;
- Ε να ξέρεται ...
- Όχι δεν ξέρω ...
- Κατά τις 7 το απόγευμα όλα πήγαιναν καλά. Ήταν στην κούνια τους και τριβόντουσαν μεταξύ τους.
- Πολύ ωραία. Έχουμε τίποτα άλλο;
- Ε ... κατά τις 9 το βράδυ τα πράγματα είχαν αγριέψει.
- Και;
- Έ ...Ο κακόμοιρος ο Οδυσσέας δεν άντεξε
- Τι δεν άντεξε. Δεσποινίς Μαρία με τα βίας σας ακούω. Τι ν’ αντέξει;
- Δεν άντεξε και μας άφησε!
- Άνοιξε την πόρτα και έφυγε; (Ρωτάω κατάπληκτος!!!)
- Μας άφησε κύριε Ανδρέα (και εκείνη την στιγμή ήταν κόκκινη σαν παντζάρι), πως το λένε ... απεβίωσε!
- Πέθανε;;; Απ’ ότι δεσποινίς Μαρία;;; (και πρέπει να είχαν γουρλώσει τα μάτια μου από έκπληξη)
- Δεν άντεξε φαίνεται ...
- Τι ν’ αντέξει το τεράστιο κλουβί; (και μου ‘ρθε στο νου μου πόσο χαρούμενος ήτανε μαζί με τα άλλα μπακούρια. Τι μου ‘ρθε και τον αγόρασα;)
- Μα κύριε Ανδρέα κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε.
- Δεσποινίς Μαρία, τι να καταλάβω, δεν είμαι ορνιθολόγος!
- Μα κύριε Ανδρέα ... (παύση για μια στιγμή) ... η Αρήτη ήτανε αχόρταγη ... πως να σας το πω ...
- Με απλά Ελληνικά να μου το πεις ... τι δεν άντεξε;
- Το
SEX δεν άντεξε κ. Ανδρέα, το SEX. Η δικιά μας ήταν λυσσάρα. Τον πέθανε όλο το βράδυ!
- (σιωπή εγώ)

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Boss' Diary: Μισός Τόνος

Ένας από τους πρωταγωνιστές ...

Απλά μαθηματικά! Τόσο απλά που όταν είδα το αριθμό 500 λέω “πάει ... ξέχασα και αυτά που ήξερα”.

Πριν από περίπου δύο μήνες, αποφασίζουμε στην εταιρία να κάνουμε μια διαφημιστική καμπάνια. Είχαμε την φαεινότατη ιδέα (μπορείτε να χειροκροτείτε από τώρα διότι ήταν όλη δικιά μου), να στείλουμε την καινούργια μας μπροσούρα μαζί με ένα γράμμα σε όλους όσους είχαμε στην βάση δεδομένων. Σύνολο ... 9,604 άτομα!

Δύο μήνες το πάλευα αυτό το project ... κόψε την μπροσούρα διότι είναι πολύ μεγάλη και τα ΕΛΤΑ θα μας γδύσουν. Γράψε το γράμμα και άντε να μην έχεις ούτε ένα ορθογραφικό λάθος. Πάρε μία μία τις διευθύνσεις να δεις ότι είναι σωστές ... να τις τυπώσεις ... να τις κολλήσεις και δεν συμμαζεύεται.

Τέλος πάντων το γέμισμα των φακέλων το έκανε η δεσποινίς Χριστίνα. Άρχισε να τα γεμίζει την περασμένη Δευτέρα. Κάποια στιγμή με παίρνει στο τηλέφωνο λίγο αγανακτισμένη και ...
- κ.Ανδρέα ... είστε σίγουρος ότι τα θέλετε όλα;
- Μάλιστα δεσποινίς Χριστίνα. Όλα.
- Και πού θα τα βάλουμε; Δεν έχω άλλες κούτες;
- Έχεις πολλά ακόμα; (ούτε που είχα δει εντωμεταξύ τον όγκο των φακέλων και των μπροσούρων που είχαν έρθει από το τυπογραφείο)
- κ. Ανδρέα ... με κοροϊδεύετε; Έχουμε γεμίσει ένα δωμάτιο.
- Υπερβολές! Υπερβολές! Θα σου φέρω σάκους ταχυδρομείου αύριο.

. . .

Έτσι συμφωνήσαμε και έτσι έγινε. Πρωί πρωί την περασμένη Τρίτη πήγα ταχυδρομείο. “Πόσους θέλετε; Μπορείτε να βάζετε μέχρι και 25 κιλά σε κάθε σάκο!” με ρωτάει η υπάλληλος ... “Καμιά δεκαπενταριά” απαντώ με εμφανή την παντελή μου άγνοια για το πόσους πραγματικά χρειάζομαι.

. . .

Πρωί πρωί την περασμένη Πέμπτη με παίρνει πάλι η δεσποινίς Χριστίνα.
- Κύριε Ανδρέα ... μπορείτε να φέρεται άλλους 12 σάκους; ... και καθώς ερχόσαστε πάρτε και σπόρια για τον παπαγάλο! (Ναι! Έχουμε και έναν παπαγάλο! Ο κακόμοιρος το έσκασε από ένα γειτονικό σπίτι και δεν ήθελε με τίποτα να φύγει από την βεράντα μας. Είδαμε και από ‘δαμε και τον υιοθετήσαμε!)
- Τι κάνατε τα σπόρια που σας έφερα την περασμένη εβδομάδα; Τα χάσατε; Μη μου πεις ότι έχασες και τους σάκους του ταχυδρομείου; Τους έχω χρεωθεί!
- κ. Ανδρέα μην φωνάζετε ... θα τα βρω τα σπόρια (και είμαι σίγουρος ότι σκεφτότανε τι σπάγκος που είμαι που φωνάζω για σπόρια παπαγάλων) αλλά φέρτε 12 σάκους ... χρειάζομαι και άλλους.

Παω για άλλη μια φορά στο Ταχυδρομείο και η απορία πλέον την είχε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, η υπάλληλος του ταχυδρομείου. “Μα πόσα κιλά γράμματα έχετε;" Και τότε ήταν που μου δημιουργήθηκε και εμένα η ίδια απορία. Πόσα κιλά έχω να κουβαλήσω στο ταχυδρομείο; Παίρνω ένα φάκελο και τον ζυγίζω ... 53 γραμμάρια. Παίρνω και ένα κομπιουτεράκι και κάνω τον πολλαπλασιασμό ... 53 επί 9,604 ίσον 509,012. Πεντακόσια τι; Κιλά; Γραμμάρια; Μήπως έκανα λάθος τα μηδενικά και είναι 50 κιλά; Μπαίνω στο δωμάτιο με τα γράμματα και τι να δω ... και μακάρι να είχα την φωτογραφική μου μηχανή για να σας τα έδειχνα. Γράμματα όσο πάει το μάτι σου. Σάκους μπλε των ΕΛΤΑ γεμάτους και ασήκωτους. Μια κατάσταση χαώδη. Κάθε καρέκλα, κάθε ράφι, κάθε τραπέζι είχε γράμματα. Πάτωμα πλέον δεν έβλεπες!

Δέκα χιλιάδες γράμματα τελικά είναι πολλά. Πάρα πολλά!

. . .

Το φακέλωμα τελείωσε αργά χτες το βράδυ. Πρωί πρωί εμφανίστηκα με ένα δανεισμένο τζιπάκι. Οι σάκοι με περίμεναν στην είσοδο. Κάθισα για μια στιγμή να τους χαζέψω ή μάλλον να τους αγναντέψω. Μάλλον ανατρεπόμενο χρειάζομαι σήμερα αλλά που να το βρω.

Φόρτωσα τους σάκους έναν έναν στο τζιπ. Τους πήγα στο ταχυδρομείο. Τους ξεφόρτωσα έναν έναν από το τζιπ. Τους κουβάλησα έναν έναν στην ζυγαριά για να καταγράψει η υπάλληλος το βάρος τους. Η ζυγαριά βέβαια ήταν στο ύψος του πάγκου οπότε έπρεπε να τους σηκώσω κάνα μέτρο πάνω από το έδαφος και να τους κατεβάσω μετά. Τους κουβάλησα έναν έναν έξω στο προαύλιο. Και το κερασάκι ... τους φόρτωσα σε κάτι τεράστια κλουβιά που και πάλι έπρεπε να τους σηκώσω κάνα μέτρο ψηλά.

Έρχεται η υπάλληλος και με βρίσκει σε ένα μαύρο χάλι. “Πεντακόσια” μου λέει. “Τι πεντακόσια;” Ρωτάω και εγώ με το δεξί μου χέρι να σκουπίζει τον ιδρώτα στο μέτωπό μου και το αριστερό μου να κρατάει την μέση μου που τα είχε δει όλα. Πεντακόσια κιλά ... μισό τόνο!

Δηλαδή ... αναρωτήθηκα ... σήμερα σήκωσα και κουβάλησα πέρα δώθε 3.5 τόνους! Τόσο δε ζυγίζει και ένας ιπποπόταμος;

. . .

Αυτά … για να ξέρεται τι τραβάω! Πάω να βάλω Voltaren στη μεσούλα μου. Ζω ένα δράμα μοναχό!!!

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2007

Boss' Diary: H Μαύρη Τρούφα

Χτες αργά το βράδυ ...
- Κύριε Ανδρέα ... αύριο μη ξεχάσετε τον αγιασμό. Έχουμε πει στον πάτερ Παναγιώτη στις 2 ακριβώς.
- Και για πες μου δεσποινίς Βάσω ... τα έχετε οργανώσει όλα; Καντήλι, λάδι, φυτίλι και λοιπά;
- Μα κύριε Ανδρέα ... ο αδελφός σας είπε ότι εσείς θα τα κανονίζατε όλα; Επίσης πρέπει να φέρετε και μια βασιλόπιτα!
- Δηλαδή εσείς τι έχετε οργανώσει;
- Τον παπά φυσικά! Το πιο δύσκολο απ’ όλα ... ξέρεται τι τράβηξα για να τον βρω; Όλο σε αγιασμούς και πίττες είναι αυτές τις μέρες.
- Καλά καλά ... με ‘πείσατε (μουρμούρισα)
- Α!!! Και μη ξεχάσετε και το φλουρί ... μην έχουμε τα περσινά χάλια.
- Τα προπέρσινα εννοείτε και δεν το ξέχασα εγώ το φλουρί ...


Σήμερα το πρωί ...

- Κα Αλεξάάάάνδρα έτοιμη η βασιλόπιτα;
- Έτοιμη! Έτοιμη ... της έχω βάλει και έξτρα ρούμι.
- Μα δεν ξέρω εγώ καμιά βασιλόπιτα με ρούμι. Βασιλόπιτα με φλουρί ξέρω εγώ ...
- Δεν ξέρω τι κάνετε εδώ αλλά από ‘κει που είμαι εγώ, βάζουμε μπόλικο ρούμι.
- Κα Αλεξάνδρα ... βότκα βάζετε (κάποια χώρα από το πρώην ανατολικό μπλόκ) και όχι ρούμι. Δεν είστε από την Καραϊβική!
- Δεν είχα βότκα και έβαλα ρούμι ... τι να σας κάνω. Αλλά μην ανησυχείτε έχει το φλουρί. Έμαθα ότι το ξεχάσατε πέρυσι!
- Δεν ήταν πέρυσι!!! Πρόπερσι ήτανε και δεν ήμουνα ... αφήστε το (μουρμούρισα και συνέχισα να ψάχνω στα ντουλάπια)
- Και τι ψάχνετε στα ντουλάπια;;;
- Εχμμμ ... έχουμε και αγιασμό και θέλω λάδι, καντήλι και αυτό με τα καρβουνάκια.
- Να ... πάρτε αυτό το λάδι (και μου δίνει ένα μικρό σφραγισμένο μπουκαλάκι με λάδι τόσο ωραίο διακοσμημένο που νόμιζες ότι ήταν κάποιο ακριβό κρασί). Μας το ‘φεραν δώρο μέσα σε καλάθι με ποτά και κανείς δεν το χρησιμοποιεί.


Σήμερα το μεσημέρι

- κ. Ανδρέα ... το λάδι που μας φέρατε είναι αρωματικό;
- Τι εννοείτε δεσποινίς Βάσω; Λάδι για μαγείρεμα είναι όχι για μασάζ.
- Να ... επειδή μυρίζει κάπως ...
- Τι να σας πω ... ότι βρήκα έφερα. Βάλτε αυτό γιατί έχουμε και άλλες δουλειές ...

Και να σας πω την μαύρη αλήθεια δεν έδωσα πολύ σημασία στα λεγόμενα της δεσποινίς Βάσως και γύρισα την αρχοντομουτσουνάρα μου πίσω στο μόνιτορ του υπολογιστή προσπαθώντας να τελειώσω ένα φαξ πριν έρθει ο πάτερ Παναγιώτης.

Το προσωπικό, εντωμεταξύ, είχε αρχίσει να μαζεύεται, τριγύρω απ’ το τραπεζάκι που είχαμε στήσει πρόχειρα για τον αγιασμό, και το συνηθισμένο πλέον κους-κους είχε αρχίσει να φουντώνει. Δεν έδινα και πολύ σημασία, παρόλο που κάνανε απίστευτη φασαρία, αλλά για μια στιγμή βλέπω τον Γιάννη να ανοίγει το παράθυρο και όλοι να ξεσπάνε σε γέλια. Έτοιμος ήμουνα να πάω μέσα να τους βρίσω αλλά με πρόλαβε ο πάτερ Παναγής που έφτασε με συνοδεία τον πεντάχρονο εγγονό του ... Παναγιώτη στο όνομα επίσης.

Και αρχίζει ο πάτερ Παναγής τους ψαλμούς και τις προσευχές, και αρχίζουμε και εμείς να κάνουμε τον σταυρό μας με κάθε “Κύριε ελέησον”. Και μάλλον ο Κύριος ήθελε να μας ελεήσει μεν αλλά και να μας μποχιάσει δε. Στην αρχή σκέφτηκα ότι κάποια νοικοκυρά μαγείρευε με μπόλικο σκόρδο κοκκινιστό μοσχαράκι και έμπαινε η μυρωδιά από το παράθυρο, αλλά τα λεπτά περνάγανε και η μυρωδιά γινότανε όλο και ποιο έντονη. Και κάπου εκεί στο εικοστό “Κύριε ελέησον” ήταν που συνειδητοποίησα ότι η κοντινότερη πολυκατοικία ήτανε τουλάχιστον εκατό μέτρα μακριά και εκτός αν οι γειτόνισσες μαγείρευαν κάνα τσουκάλι στιφάδο όλες μαζί, ήταν φύση αδύνατον να μυρίζει τόσο πολύ!

Και ο παπάς να συνεχίζει να ψέλνει, και εμείς να συνεχίζουμε να κάνουμε τον σταυρό μας και να προσευχόμαστε το μαρτύριο να τελειώσει γρήγορα γιατί η μυρωδιά του σκόρδου πλέον είχε αλλάξει κάτι προς χαλασμένα μανιτάρια του δάσους σοταρισμένα με σκόρδο και σβησμένα με ξινό κόκκινο κρασί! Την μεγαλύτερη πλάκα δε, την είχε ο εγγονός του πάτερ Παναγή που έκανε απίστευτες γκριμάτσες με την μπόχα και με το δεξί του χέρι να το κουνάει πέρα δώθε κάνοντας δήθεν αέρα!!!

Και ο πάτερ Παναγής τελειώνει επιτέλους τις προσευχές, μας εύχεται καλή χρονιά και καλές δουλείες, και κόβει στα τέσσερα την βασιλόπιτα κάνοντας ένα σταυρό. Και εκεί που κάνει τον σταυρό με το μαχαίρι, πετυχαίνει το φλουρί που η κυρία Αλεξάνδρα είχε φροντίσει να βάλει ακριβώς στο κέντρο της πίτας, και με έναν επιδέξιο χειρισμό που μόνο ένας Jedi με το φωτοσπαθό του μπορεί να το καταφέρει, πετάει το φλουρί στον αέρα!

Πρέπει να κουνούσα το κεφάλι μου με απόγνωση όταν ο πάτερ γύρισε και μου είπε ... “Κ. Ανδρέα, νομίζω ότι ήρθε η σειρά σας τώρα ...” και μου παραδίδει το μαχαίρι για να συνεχίσω με το κόψιμο της πίτας. Τι να συνεχίσω δηλαδή, σκεφτόμουνα, εφόσον δεν μας πάει αυτό το έθιμο. Πρόπερσι ξεχάσαμε το φλουρί. Πέρυσι ξεχάσαμε να το ανακοινώσουμε και δεν ήρθε σχεδόν κανείς. Φέτος όλα καλά μόνο που κοντεύουμε να λιποθυμήσουμε και το φλουρί το ‘παίζει μεξικάνικο πηδηχτό φασόλι!

Κάνω δυο βήματα και βρίσκομαι δίπλα στον πάτερ, μπροστά μου η πίτα και το καντήλι να σιγοκαεί το λαδάκι του. Και μα το θεό, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί εκείνη την στιγμή με αυτό που είπα, αλλά αντί να αρχίσω να κόβω τα κομμάτια για τον Χριστό, την παναγιά και τον φτωχό, γύρισα και ρώτησα τα υπόλοιπα παιδιά ... “Ποίος μαγειρεύει εδώ μέσα με σκόρδο;” ... και η σκέψη ότι ο πάτερ μπορεί και να είχε φαει μισό κιλό τζατζίκι (!!!) πέρασε από το μυαλό μου, διότι πλέον η μπόχα στο τραπέζι είχε φτάσει στο απροχώρητο.

“Μα κύριε Ανδρέα ...” μου λέει η δεσποινίς Βάσω με λίίίίίίίγο εκνευρισμένο ύφος ... “σας είπα ότι το λάδι που μας φέρατε είναι αρωματικό!” ... και γυρνάω το βλέμμα μου πάνω στο μισοάδειο μπουκαλάκι του λαδιού και βλέπω την ετικέτα με καλλιγραφικά γράμματα να γράφει … “Λάδι από Μαύρη Τρούφα”. Και με το πιο χαζό βλέμμα που μπορεί και να είχα ποτέ, γεμάτο απορία, λέω με την σειρά μου ... “Μα δεσποινίς Βάσω δεν διαβάσατε ότι το λάδι είναι από μαύρη τρούφα;;; Γιατί το βάλατε και δεν μου είπατε τίποτα;” και τι νομίζετε ότι ήταν η απάντηση που πήρα ... και ευτυχώς που ο πάτερ Παναγής είχε αρχίσει να κάνει την γύρα του στα γραφεία για να τ’ αγιάσει και δεν μας άκουγε ... “κ. Ανδρέα ... καταρχήν σας το ‘πα ότι είναι αρωματικό και κατά δεύτερον εγώ είμαι από την Λάρισα και δεν ξέρω τι είναι η μαύρη τρούφα! Που να φανταστώ ότι είναι Γαλλικό σκόρδο για novel cuisine!!!”

. . .

Τώρα το πως η δεσποινίς Βάσω ξέρει από novel cousin μάλλον θα μου μείνει απορία, και για όσους αναρωτιέστε τι απέγινε μ’ εκείνο το φλουρί ... μάλλον θα πρέπει να ρωτήσετε τον εγγονό του πάτερ που κάποια στιγμή, εκεί που έκοβα την βασιλόπιτα με την αρωματική συνοδεία του καντηλιού, με ρωτάει με ένα απίστευτο αθώο, γλυκό και παιδικό βλέμμα ... “Tο φλουρί τελικά ποίος θα το πάρει;” Και δεν άντεξα ... και του το ‘δωσα!

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

Boss’ Diary: Οι Γείτονες

Στα δέκα μέτρα από το γραφείο μου.
(Για να πάρετε μία ιδέαν για το βουκολικό περιβάλλον)

Η Ειρήνη, μία κοπελίτσα 22 – 23 χρονών, μία σκέτη κούκλα Barbie, με ένα λεπτεπίλεπτο και μη μου απ’ του χαρακτήρα, κοκκινίζει με το παραμικρό που θα της φέρει αναστάτωση στην τέλεια ζωή της.

Ειρήνη: κ. Ανδρέα να σας ενοχλήσω για κάτι;
Ανδρέας: Είναι σημαντικό δεσποινίς Ειρήνη; Πνίγομαι!

Ειρήνη: Εξαρτάται από το πως θα το πάρει κανείς...
Ανδρέας: Θα το πάρει κανείς από το πόσο σημαντικό είναι!

Ειρήνη: Ε ναι, θα έλεγα ότι είναι σημαντικό. Ένας γείτονας περνώντας με το αμάξι του απ’ έξω, σταμάτησε ...
Ανδρέας: Ήθελε κάτι;

Ειρήνη: Εξαρτάται από το πως το θέτει κανείς το ζήτημα.
Ανδρέας: Άντε πάλι! Ήθελε κάτι ναι ή όχι; Μία απλή ερώτηση κάνω.

Ειρήνη: Έ ναι, επειγόταν.
Ανδρέας: Ποιο ήταν το επείγον ζήτημα;

Ειρήνη: Ε να, βγήκε έξω από το αμάξι του ...
Ανδρέας: ... και;

Ειρήνη: ... κατέβασε το παντελόνι του ...
Ανδρέας: ;;; τι έκανε λέει ;;;

Ειρήνη: Κατέβασε το παντελόνι του.
Ανδρέας: Στη μέση του δρόμου;

Ειρήνη: Ε όχι ακριβώς στη μέση … θα έλεγα ότι ήταν προς στο πλάι.
Ανδρέας: Στο πλάι; Που στο πλάι;

Ειρήνη: Στο πλάι ... στη μάντρα μας.
Ανδρέας: Και τι έκανε στη μάντρα με το παντελόνι κατεβασμένο;;;

Ειρήνη: Ε ... τι να έκανε κ. Ανδρέα; Τι θέλετε εσείς να έκανε;
Ανδρέας: Που θέλετε να ξέρω δεσποινίς Ειρήνη τι έκανε στην μάντρα; Εσείς ήσασταν στην υποδοχή, εσείς ξέρετε!

Ειρήνη: Τι κάνουν κ. Ανδρέα στην μάντρα οι άνθρωποι με κατεβασμένο το παντελόνι (κατακόκκινη από την ντροπή της)
Ανδρέας: (κατακόκκινος από εκνευρισμό) Μα το θεό δεν γνωρίζω. Δεν κυκλοφορώ με κατεβασμένα τα παντελόνια στους δρόμου δεσποινίς Ειρήνη. Με έχετε γανώσει τόση ώρα. Τι το τόσο σημαντικό έκανε ο γείτονάς μας στην μάντρα με κατεβασμένα παντελόνια;

Ειρήνη: Μας κατούρησε κ. Ανδρέα … μας κατούρησε!
Ανδρέας: ...

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006

Family Business

Παρασκευή 4:15 απόγευμα στο δρόμο για άλλες πολιτείες και το κινητό χτυπάει ...

Αργυρό (νύφη μου): Έλα, Ανδρέα, κάθεσαι;
Ανδρέας: Ναι γιατί;

Αργυρό: Μόλις έμαθα ότι η προθεσμία για την μακέτα στο
Vita του επόμενου μήνα είναι σήμερα στις πέντε.
Ανδρέας: Μα τώρα είναι τέσσερις.

Αργυρό: Παίρνω τηλέφωνο για παράταση τώρα! Σε πόση ώρα θα είσαι εδώ; Είσαι κοντά;

Ανδρέας: Σχετικά ... στα Τέμπη.

Αργυρό: Ποία Τέμπη;

Ανδρέας: Στα Τέμπη λίγο πριν την συμπρωτεύουσα.

Αργυρό: (βαριές ανάσες ακούγονται)

Αργυρό: (πάλι βαριές ανάσες ακούγονται)

Αργυρό: (ξανά βαριές ανάσες ακούγονται)

Ανδρέας: Μην ανησυχείς και είσαι και στο μήνα σου!!! (περιμένουμε ανιψιά ή ανίψι) Έχω
laptop, έχω wireless, θα είναι έτοιμο στην ώρα του.

(... με βλέπω στο Ζύθο με το laptop …)

. . .

Παρασκευή 4:25, δέκα μόνο λεπτά για να συνέλθω και το κινητό χτυπά ...

Χρήστος (αδελφός μου): Που είσαι;
Ανδρέας: Στο δρόμο.
Χρήστος: Ποίο δρόμο;
Ανδρέας: Για την συμπρωτεύουσα. Μετά τα Τέμπη.
Χρήστος: Και ποιος θα φτιάξει την διαφήμiση για την Δευτέρα;
Ανδρέας: Πια διαφήμιση;
Χρήστος: Αυτή που θα στείλουμε με
e-mail στους πελάτες
Ανδρέας: Μα δεν ήμαστε έτοιμοι ακόμα.
Χρήστος: Νομίζεις. Είμαι στα βαψίματα και τελειώνω!
Ανδρέας: Καλά καλά ... θα την έχω μέχρι την Κυριακή το βράδυ.

(... δεν βλέπω καφέ με τον Νικόλα ...)

. . .

Παρασκευή 4:43 και πλέον το κινητό έχει πάρει φωτιά ...

Γιώργος (ξάδελφος): Που είσαι;
Ανδρέας: Στο δρόμο
Γιώργος: Ποιο δρόμο;
Ανδρέας: Βαλτοί είστε όλοι σας σήμερα; Στο δρόμο για Θεσσαλονίκη. Κοντά στον Όλυμπο.
Γιώργος: Καλά και εμείς έχουμε φαει χυλόπιτα αλλά δεν κάναμε και έτσι. Πήρες τα όρη και τα βουνά με την πρώτη ευκαιρία ...
Ανδρέας: Το χουμορ να λείπει. Τι θέλεις;
Γιώργος: Μια μακέτα να διορθώσεις, εκείνη που είχες φτιάξει πέρυσι για τα διαφημιστικά ποτήρια. Την χρειαζόμαστε για την Δευτέρα.
Ανδρέας: Και που ξέρεις ότι μπορώ να την κάνω;
Γιώργος: Άστα αυτά. Τα νέα διαδόθηκαν. Έχεις και
wireless αυτή τη φορά.
Ανδρέας: .....

(Έχει το Nouveu καμιά μπρίζα; Δεν βλέπω να με φτάνει η μπαταρία!)

. . .

Παρασκευή 4:59 και το κινητό θέλει επαναφόρτηση ...

Έφη (ξάδελφη): Που είσαι;
Ανδρέας: Στο δρόμο
Έφη: Ποιο δρόμο
Ανδρέας: Σε κάποιο δρόμο ... τι θέλεις και εσύ για δουλειά;
Έφη: Όχι, όχι, αύριο βράδυ να είσαι κούκλος. Σου έχω προξενιό!
Ανδρέας: (βαριές ανάσες ακούγονται)
Ανδρέας: (πάλι βαριές ανάσες ακούγονται)
Ανδρέας: (ξανά βαριές ανάσες ακούγονται)

(Ώχ ωχ ωχ ... πλησιάζει ο ζυγός μήνας με βήματα γοργά)


Θεσσαλονίκη
City σε χρόνο ρεκόρ!

Ότι πρόλαβα δηλαδή στο σου διότι στο κου δούλευα.

Ο όχι τόσο λευκός πύργος! Άμα δεν σας πατήσει κανένα αμάξι με τα έργα που γίνονται μπορείτε να βγάλετε μία αναμνηστική φωτογραφία που να είστε και εσείς μέσα!


Μα που βρίσκομαι; Στο 5th Avenue ή στη λεωφόρο Νίκης;


Μύρισε καλοκαιράκι (για πέντε λεπτά) στο Mistral.


Σε αυτή την πόλη μέχρι και οι υπόνομοι μυρίζουν τσουρέκι!


Τούφα (ή όπως αλλιώς το λέτε) στο Nouveu.


Στου Χατζή για καφέ. Κάποιος να μου εξηγήσει
πόσο κάνει το σαλέπι. Μόνο 30 λεπτά;


Επίσης θα ήθελα και μία μετάφραση για την λέξη “κάγκουρας”.
Κανένας θεσσαλονικιός δεν τα κατάφερε μέχρι τώρα.


Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2006

Boss’ Diary: Ο Αρραβώνας

Γιώργος: κ. Ανδρέα να σας ρωτήσω κάτι; Αληθεύει η φήμη;
Ανδρέας: Ποία φήμη;

Γιώργος: Ε να, αναρωτιόμασταν με τα παιδιά μήπως αρραβωνιαστήκατε;
Ανδρέας: ;;;;;

Γιώργος: ... επειδή δεν σας βλέπουμε συχνά πλέον στο γραφείο ... και νομίσαμε ότι αρραβωνιαστήκατε και τρέχετε με τις προετοιμασίες.
Ανδρέας: Και βάλανε εσένα αντιπρόσωπο να μάθεις;

Γιώργος: Ναι!
Ανδρέας: Και ποια είναι η νύφη;

Γιώργος: Εκείνο το κορίτσι που είχατε φέρει τα Χριστούγεννα και την ξεναγούσατε. Ήταν πολύ ωραία και την είχαμε κατασυμπαθήσει όλοι μας εδώ μέσα.
Ανδρέας: Ευτυχώς που την συμπαθήσατε ειδάλλως θα υπήρχε πρόβλημα. Και άλλη δουλειά δεν έχετε παρά να με κουτσομπολεύετε;

Γιώργος: Όχι! Εφόσον ξέρεται κ. Ανδρέα ... εδώ μέσα και στραβά να κατουρήσετε την άλλη στιγμή το μαθαίνουν όλοι.
Ανδρέας: Ναι αλλά εγώ δεν κατούρησα στραβά ... ένα κορίτσι έφερα εδώ μέσα και με παντρέψατε.

Γιώργος: Τελικά θα το πάρετε το κορίτσι ή θα μας αφήσετε στο σκοτάδι;
Ανδρέας: Όχι κ. Γιώργο ... ούτε που θέλω να ξέρω εκείνο το κορίτσι. Και για να μη μου μείνετε στο σκοτάδι και μου χαθείτε ... το κορίτσι ήταν λιγάκι σάικο.

Γιώργος: κ. Ανδρέα ... πως μιλάτε έτσι; Είστε το αφεντικό!
Ανδρέας:
Αφεντικό είμαι, όπως θέλω μιλάω! Όσο για το ότι δεν πατάω συχνά εδώ μέσα, είναι ολοφάνερο ότι με έχετε τρελάνει και δεν αντεχόσαστε και οι εικοσιπέντε σας!!!

Γιώργος: Μα κ. Ανδρέα εσείς μας διαλέξατε ... και τους εικοσιπέντε.
Ανδρέας:
Μήπως να σας ξεδιαλέξω;

Γιώργος: Να πηγαίνω λεω τώρα.
Ανδρέας: . . . . . .

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2006

Fame ...
Ιστορίες καθημερινής τρέλας στο γραφείο


Γιώργος: Με φωνάξατε κ. Ανδρέα;

Ανδρέας: Ναι ... για πες μου κ. Γιώργο ... αναρωτιόμουνα πως πήγε η οντισιόν;
Γιώργος: Πια απ’ όλες;

Ανδρέας: Υπήρξαν πολλές; Αυτή στο Dream Show;
Γιώργος: Α! αυτή ... δεν άρεσα στον Ψινάκη ...
αλλά θα του δείξω εγώ ... έχει ουρά η αχλάδα ...

Ανδρέας: Ποιος έχει ουρά;;;
Γιώργος: Η αχλάδα ... κ. Ανδρέα .. πολύ καιρό λείψατε στην Αμερική! Από στιγμή σε στιγμή περιμένω τηλέφωνο από τον agent μου για να μου πει για το
Fame Story Live της Κυριακής … η συνήθεια που έγινε λατρεία!!! (σε στάση John Travolta στο Saturday Night Fever)

Ανδρέας: Έχεις ατζέντη;
Γιώργος: Και ατζέντη έχω, και μακιγιέρ έχω και κομμωτή έχω. Στυλίστα δεν χρειάζομαι. Έχω αναλάβει εγώ το
styling μου. (φοράει κάπρι με αρβύλες και ένα πουκάμισο με μισές τσέπες και κάτι άλλα που δεν μπορώ να τα περιγράψω ... απλά τα έχω συνηθίσει μετά από δύο χρόνια και βαρέθηκα να τον κράζω για την εμφάνισή του)

Ανδρέας: Δηλαδή αν σε χρειαστώ Κυριακή βράδυ για δουλεία να μην ...
Γιώργος: Πάρτε για να μου πείτε καλή τύχη αν και το ακούνητο μου θα το έχει ο α
gent μου. Να σας τραγουδήσω κάτι; Μια Βίση; Έναν Σάκη;

Ανδρέας: Κ. Γιώργο ... είμαστε σε γραφείο ... ούτε Σάκη, ούτε Σούλα, ούτε Κούλα.
Γιώργος: Μάλιστα αφεντικό. Ξέχασα ... Σοβαρότης

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2006

Ιστορίες καθημερινής τρέλας στο γραφείο ...

Πρώτη μέρα στη δουλειά μετά από δύο μέρες με πυρετό, και με το που κάθισα στο γραφείο μπαίνει ο Γιώργος μέσα με μία φούρια και μου λέει με μία χαρά και λαχτάρα...

κ. Ανδρέα, κ. Ανδρέα ... μπορώ να πάρω άδεια αύριο;
Έχω οντισιόν στο
Dream Show!

Το συμβάν είναι πολύ πρόσφατο και δεν έχω καταφέρει να το αξιολογήσω, να το κατατάξω και να το αρχειοθετήσω μέσα στην μνήμη μου, γι αυτό και θα αφήσω ασχολίαστη την αντίδραση μου. Μάλλον ο τίτλος αυτού του post θα έπρεπε να ήτανε “Ένα αστέρι γεννιέται”.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2006

Ρεζίλι έγινα ...

Ήμουνα σε μία συνάντηση στο γραφείο και κάτι ένα καλάθι από κρασιά που μόλις έφτασε, κάτι ένα τσουρέκι Τεκερλής με κρέμα κάστανου που μου έφερε το πρωί ένας φίλος από Θεσσαλονίκη, είχαν μαζευτεί όλοι τριγύρω μου. Και ενώ μιλούσαμε, είδα με την άκρη του ματιού μου το καινούργιο e-mail που μου έστειλες. Έτσι απλά αλλάζουν οι προτεραιότητες στη ζωή και προτίμησα να διαβάσω τι έγραφες από το να δώσω προσοχή στην λογίστρια, στην γραμματέα και στους λοιπούς φαρισαίους. Αυτό που δεν περίμενα όμως ήταν να διαβάσω το e-mail σου και να αρχίσουν να βουρκώνουν τα μάτια μου. Και ενώ όλοι τριγύρω στο γραφείο τσακωνόντουσαν για το πόσο μεγάλη φέτα τσουρεκιού θα κόψουν ... ευτυχώς κανένας δεν με πρόσεχε ... ένα δάκρυ κύλησε όταν συνειδητοποίησα ότι μπορεί να σου έδωσα την μεγαλύτερη αγκαλιά απ’ όλες.

ΥΓ. Η δικαιολογία έχω αλλεργίες σχεδόν πάντα πιάνει αλλά άμα έξω ρίχνει χιόνι δύσκολα σε πιστεύουνε.