Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006

Αρπάζω την ζωή ξανά!

Πάνε τρία χρόνια από τότε που κοίταξα τελευταία φορά μέσα από το τηλεσκόπιό μου. Τρία χρόνια που γέμιζε σκόνη σε μία γωνιά. Μη με ρωτάτε γιατί. Ούτε εγώ ο ίδιος δεν ξέρω να απαντήσω. Πολλά άλλαξαν τα τελευταία χρόνια. Λίγο η δουλειά, λίγο το άγχος, λίγο η ανώμαλη προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα. Λίγο λίγο ο χρόνος μου γέμιζε με πεζά προβλήματα της καθημερινότητας και χανόταν η μαγεία μέσα μου. Χανόταν το παιδί από μέσα μου.

Θυμάμαι τότε που ανακάλυψα τον πρώτο μου γαλαξία και πετούσα από την χαρά μου. Φαντάζομαι πως ήταν η Ανδρομέδα. Το ξέρω ότι δεν ήμουνα εγώ ο πρώτος που την βρήκα αλλά όταν είσαι παιδί μέσα σε ένα κόσμο τόσο λαμπερό και μαγικό, αρπάζεις κάθε τι και το κάνεις δικό σου ... μέρος της καρδιά σου ... μέρος του εαυτού σου.

Θυμάμαι μικρός είχα κολλήσει αστέρια στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι μου. Βλέπεις, φοβόμουνα το σκοτάδι αλλά ήμουνα πολύ περήφανος για να το παραδεχτώ. Ήμουνα ένας ατρόμητος πολεμιστής όπως ο Ορίωνας. Ένας πολεμιστής δεν ζητάει από την μαμά του να αφήσει την πόρτα ανοιχτή να μπει το φώς! Ζητάει; Δεν ζητάει! Όταν πλέον τα βράδια το σκοτάδι πλημμύριζε το δωμάτιο, το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν οι αστερισμοί να φωσφορίζουν. Είχα δημιουργήσει ένα δικό μου λαμπερό κόσμο. Ένα κόσμο με τους δικούς του κανόνες. Αυτούς που ήθελα εγώ. Με οδηγούς τα άστρα, καβάλα στον Πήγασο, πετούσα σε τόπους μακρινούς. Κάπου εκεί στη μικρή και στη μεγάλη Άρκτο, στην βασίλισσα της Αιθιοπίας την Κασσιόπεια, χανόμουνα τα βράδια σε ατελείωτα ταξίδια. Το λιοντάρι να βρυχάται ... ο Δράκος να πολεμά τον Ηρακλή ...

Το όνειρο κάθε παιδιού ... να γίνει αστροναύτης! Θυμάμαι πως είχε καταρρεύσει όταν είδα το Challenger να διαλύεται. Μόλις είχα γυρίσει από το σχολείο και μου φωνάζει η μητέρα μου “Έλα να δεις, γρήγορα, έλα να δεις ...” Το Challenger ήταν είδη στον αέρα για μερικά δευτερόλεπτα και ξαφνικά ... χίλια κομμάτια. Χίλια πολύ μικρά κομμάτια. Ένα κομματάκι για κάθε όνειρο που έσβηνε. Και απ’ όλα τα space shuttles έτυχε να είναι το Challenger; Η “Πρόκληση”; Τόσο πολύ νευριάσαμε τον θεό που θέλαμε να τον φτάσουμε; Που θέλαμε να αψηφήσουμε τα δεσμά μας να ξεφύγουμε; Που είδαμε το κόσμο μια πρόκληση και θέλαμε να τον κατακτήσουμε;

Ένας κόσμος τόσο μαγικός που τον άφησα και με άφησε.

. . .

Μέσα στον πανικό της ημέρας άνοιξα ένα παράθυρο. Άνοιξα ένα δικό μου παράθυρο. Ένα μικρό παράθυρο δύο ωρών. Δύο ώρες που ανάγκασα όλους τριγύρω μου να μπουν στον δικό μου ρυθμό. Με κοιτάζανε σαν να ήμουνα χαζό αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Οι φράσεις που ξεκινούσανε με το όνομά μου και συνέχιζαν με την λέξη “πρέπει” απαγορεύτηκαν τελείως. Κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο διεκόπη. Ήταν το δικό μου παράθυρο που κοιτούσε στον δικό μου κόσμο και είχε τους δικούς μου κανόνες! Για δύο ώρες ήμουνα εγώ και μόνο εγώ, σε ένα ταξίδι μακρινό. Όπως όταν ήμουνα μικρός και ατένιζα το απέραντο σύμπαν. Έτσι ακριβώς και σήμερα. Εγώ και τα αστέρια μου. Εγώ και ο κόσμος μου. Εγώ και η ζωή που θα ήθελα να δημιουργήσω.

Το παράθυρο έπρεπε να ανοίξει συγκεκριμένη ώρα και αντιρρήσεις δεν χωρούσανε. Από το πρωί όλοι να θέλουν κάτι από εμένα και εγώ να λέω “Δεν μπορώ, έχει έκλειψη ... Δεν μπορώ!”. Και όλοι να με κοιτάνε με απορία. Τι πάει να πει έχει έκλειψη; Τι σημαίνει έχει έκλειψη; Γιατί να εμποδίζει την καθημερινότητα μία έκλειψη ηλίου; Αυτό όμως που εγώ εννοούσα, αυτό όμως που εγώ ήθελα πραγματικά να πω, ήτανε ... “Δεν μπορώ, πρέπει να βρω να χαμένα μου όνειρα. Δεν μπορώ έχω ταξίδια μαγικά να κάνω. Δεν μπορώ ... έχω να αρπάξω για άλλη μια φορά την ζωή και να την ζήσω με τους δικούς μου κανόνες!”

ΥΓ. Βασιλική,
cross your fingers να βγούνε οι φωτογραφίες της προκοπής!

Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2006

Είναι τόσα πολλά που θέλω να σου πω...

Αθήνα 8 Δεκεμβρίου 2005

Είναι τόσα πολλά που θέλω να σου πω, τόσα πολλά και δυστυχώς δεν ξέρω πως. Ακόμα χειρότερα δεν ξέρω πως να στα γράψω. Ήθελα τόσο πολύ να στα πω εκείνο το βράδυ αλλά δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Είχα χαθεί μέσα στα λόγια σου, μέσα στο βλέμμα σου, μέσα στην ψυχή σου ...

Δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνη την βραδιά αλλά και πάλι θυμάμαι κάθε σου λέξη. Έτρεμε η φωνή μου, γι αυτό και δεν μπορούσα να σου μιλήσω. Είχαν παγώσει τα χέρια μου, γι αυτό και δεν σε άγγιξα. Είχαν δακρύσει τα μάτια μου, γι αυτό και δεν σε κοίταξα.

Να πω ότι σε αγαπώ είναι πολύ βαριά κουβέντα. Να πω ότι είμαι ερωτευμένος ... ίσως και να υπερβάλω. Αν δεν ξέρω πως να σου πω αυτό που νοιώθω για εσένα πως να το γράψω; Πότε δεν ήμουνα καλός στα λόγια ... και είμαι ακόμα χειρότερος στο γράψιμο. Το μόνο που μου έρχεται να σου πω είναι πόσο πολύ μου λείπεις. Πόσο αφόρητα πολύ μου λείπεις από την ζωή μου.

Ένα από τα πράγματα που ήθελα να σου πω εκείνο το βράδυ είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ για το δώρο που μου έκανες. Μιλάω για εκείνη την αγκαλιά που μου έδινες αργά κάθε βράδυ μέσα στον ύπνο μου. Εκεί γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα ... στις πέντε ... στις έξι ... όταν άλλαζες πλευρό. Το ένα σου χέρι κάτω από το μαξιλάρι και το άλλο να με σφίγγει για να μη σου φύγω. Μπορεί να μην ακούγεται σημαντικό, μια απλή αγκαλιά ήτανε μέσα στον ύπνο σου αλλά για μένα σήμαινε τα πάντα. Ήταν η στιγμή που ξεχνούσα όλες μου τις σκοτούρες, όλες μου τις υποχρεώσεις, όλα μου τα προβλήματά. Το αύριο δεν με φόβιζε όσο σκληρό και να ήτανε. Οι μόνες στιγμές που πραγματικά κοιμόμουνα ήσυχος ... έστω και για λίγες ώρες ήξερα ότι άμα σκοντάψω ήσουνα εκεί να με κρατήσεις, να με στηρίξεις. Ένα μεγάλο ευχαριστώ ... ένα μεγάλο ευχαριστώ για αυτό το μοναδικό σου δώρο.

Υπάρχουν τόσα πολλά ακόμα που θέλω να σου πω και πλέον έχουν χαθεί μέσα στις σκέψεις μου. Έχουν χαθεί κάπου εκεί που έχασα και το εαυτό μου. Αν με ρώταγες τι θα ήθελα ποιο πολύ τώρα στη ζωή μου ... θα ήθελα να έσβηνα την λέξη αξιοπρέπεια από το λεξιλόγιό μου. Θα ήθελα να την διέγραφα τελείως ... από όσες γλώσσες ξέρω. Θα ήθελα να μην ξέρω καν το νόημα της λέξης αυτής για να μπορέσω να πέσω στην αγκαλιά σου και να σε παρακαλέσω με δάκρια στα μάτια. Να σε ικετεύσω να το ξανασκεφτείς. Τι και αν χρειάζεσαι και άλλο χρόνο για να ξεπεράσεις την παλιά σου σχέση; Σου είπα ότι έχω υπομονή. Έχω πολύ υπομονή. Δεν με νοιάζει αν ποτέ δεν ακούσω να μου λες σε αγαπώ. Δεν με νοιάζει αν με φιλάς και δεν το εννοείς. Δεν με νοιάζει ... δεν με νοιάζει ... δεν με νοιάζει ... Θέλω απλά να ήμαστε μαζί. Έψαξα πάρα πολύ για να σε βρω και δεν αντέχω να σε χάσω. Δεν έχασα μόνο τον έρωτα αλλά και την φιλία μαζί σου. Και η φιλία δεν αναπληρώνεται με τίποτα και αυτή είναι που μου λείπει πιο πολύ.

Η ζωή θα έπρεπε να είναι πιο απλή, πολύ πιο απλή. Όπως εκείνη τη φορά που ήρθα με τα κεικάκια για πρωινό στο ένα χέρι, και με μία οδοντόβουρτσα στο άλλο. Τόσο απλή ... να γελάμε ... να κάνουμε έρωτα ... Τόσο απλή. Δεν μπορώ τα περίπλοκα. Δεν αντέχει η καρδιά μου πιο περίπλοκα συναισθήματα. Να ήμαστε ευτυχισμένοι και χαρούμενοι θέλω. Και όταν έχεις τις μαύρες σου να είμαι πάντα δίπλα σου και να σου ψιθυρίζω κουράγιο κάτω από τα σκεπάσματα. Να σου ψιθυρίζω τα χαζά μου και εσύ να μου χάνεσαι μέσα σε γέλια. Τόσο απλή!

Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Η λογική έχει χαθεί από αυτό εδώ το γράμμα. Έχει χαθεί κάπου μέσα μου. Αναγκάζομαι να την βγάλω στην επιφάνεια που και που αλλά μετά χάνεται σε δευτερόλεπτα. Εκείνο το βράδυ δεν είχε λογική. Δεν κατάλαβα πως άλλαξαν τα πράγματα. Την μία μέρα χαμένοι στα φιλιά ... στο πάθος και την άλλη ... Νόμιζα ότι ήμασταν χαρούμενοι και οι δύο με ότι είχαμε αλλά πόσο λάθος έκανα.

Δεν ξέρω γιατί σου γράφω. Μάλλον επειδή θέλω να δώσω μία τελευταία μάχη. Μάλλον γιατί αξίζει να παλέψω για μία θέση στη ζωή σου όσο μικρή και να είναι. Απλά ελπίζω. Απλά ελπίζω να μου χαμογελάσεις με τον μοναδικό σου τρόπο. Να με κάνεις να γελάσω ξανά. Να με κάνεις να πάψω να κλαιω τα βράδια αγκαλιά με ένα μαξιλάρι. Απλά ελπίζω...

. . .


Αυτό που δεν έκανα εκείνο το βράδυ ήταν να σε αποχαιρετήσω όπως έπρεπε. Είχα παγώσει και δεν ήξερα πως να σε αγκαλιάσω. Είχαν καταρρεύσει τα πάντα τριγύρω μου και δεν ήξερα πως να σε φιλήσω στο μάγουλο για να σε ευχαριστήσω για έναν υπέροχο μήνα. Έναν υπέροχο μήνα που βρήκα τον εαυτό μου ... και λίγο από την παιδική μου αθωότητα. Ένα μήνα μέσα στον χειμώνα που στα μάτια σου άνθησε ο κόσμος ολόκληρος. Ίσως με αυτό το γράμμα κάπως καταφέρω να σου δώσω εκείνη την αγκαλιά ... εκείνο το φιλί ... και ίσως ένα τελευταίο χάδι.



____________________________

Note to myself: I think it’s enough. I think it’s more than enough. It’s about time to live again … feel the spring … taste the air … touch the light … and maybe fall in love with life again.

Τετάρτη, Μαρτίου 22, 2006

Ζω

Και εκεί που χάνομαι στις σκέψεις μου,
εκεί που προσπαθώ το όνειρο να πιάσω,
χάνω τον ερχομό της άνοιξης
κάπου εκεί που έχασα και τον εαυτό μου.

Έστω και με μία μέρα καθυστέρηση,
έστω και με μία πρόχειρη φωτογραφία,
απαθανάτισα μία μοναδική στιγμή
να μου θυμίζει ότι πρέπει να "ζω" και όχι να "επιβιώνω".

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006

Family Business

Παρασκευή 4:15 απόγευμα στο δρόμο για άλλες πολιτείες και το κινητό χτυπάει ...

Αργυρό (νύφη μου): Έλα, Ανδρέα, κάθεσαι;
Ανδρέας: Ναι γιατί;

Αργυρό: Μόλις έμαθα ότι η προθεσμία για την μακέτα στο
Vita του επόμενου μήνα είναι σήμερα στις πέντε.
Ανδρέας: Μα τώρα είναι τέσσερις.

Αργυρό: Παίρνω τηλέφωνο για παράταση τώρα! Σε πόση ώρα θα είσαι εδώ; Είσαι κοντά;

Ανδρέας: Σχετικά ... στα Τέμπη.

Αργυρό: Ποία Τέμπη;

Ανδρέας: Στα Τέμπη λίγο πριν την συμπρωτεύουσα.

Αργυρό: (βαριές ανάσες ακούγονται)

Αργυρό: (πάλι βαριές ανάσες ακούγονται)

Αργυρό: (ξανά βαριές ανάσες ακούγονται)

Ανδρέας: Μην ανησυχείς και είσαι και στο μήνα σου!!! (περιμένουμε ανιψιά ή ανίψι) Έχω
laptop, έχω wireless, θα είναι έτοιμο στην ώρα του.

(... με βλέπω στο Ζύθο με το laptop …)

. . .

Παρασκευή 4:25, δέκα μόνο λεπτά για να συνέλθω και το κινητό χτυπά ...

Χρήστος (αδελφός μου): Που είσαι;
Ανδρέας: Στο δρόμο.
Χρήστος: Ποίο δρόμο;
Ανδρέας: Για την συμπρωτεύουσα. Μετά τα Τέμπη.
Χρήστος: Και ποιος θα φτιάξει την διαφήμiση για την Δευτέρα;
Ανδρέας: Πια διαφήμιση;
Χρήστος: Αυτή που θα στείλουμε με
e-mail στους πελάτες
Ανδρέας: Μα δεν ήμαστε έτοιμοι ακόμα.
Χρήστος: Νομίζεις. Είμαι στα βαψίματα και τελειώνω!
Ανδρέας: Καλά καλά ... θα την έχω μέχρι την Κυριακή το βράδυ.

(... δεν βλέπω καφέ με τον Νικόλα ...)

. . .

Παρασκευή 4:43 και πλέον το κινητό έχει πάρει φωτιά ...

Γιώργος (ξάδελφος): Που είσαι;
Ανδρέας: Στο δρόμο
Γιώργος: Ποιο δρόμο;
Ανδρέας: Βαλτοί είστε όλοι σας σήμερα; Στο δρόμο για Θεσσαλονίκη. Κοντά στον Όλυμπο.
Γιώργος: Καλά και εμείς έχουμε φαει χυλόπιτα αλλά δεν κάναμε και έτσι. Πήρες τα όρη και τα βουνά με την πρώτη ευκαιρία ...
Ανδρέας: Το χουμορ να λείπει. Τι θέλεις;
Γιώργος: Μια μακέτα να διορθώσεις, εκείνη που είχες φτιάξει πέρυσι για τα διαφημιστικά ποτήρια. Την χρειαζόμαστε για την Δευτέρα.
Ανδρέας: Και που ξέρεις ότι μπορώ να την κάνω;
Γιώργος: Άστα αυτά. Τα νέα διαδόθηκαν. Έχεις και
wireless αυτή τη φορά.
Ανδρέας: .....

(Έχει το Nouveu καμιά μπρίζα; Δεν βλέπω να με φτάνει η μπαταρία!)

. . .

Παρασκευή 4:59 και το κινητό θέλει επαναφόρτηση ...

Έφη (ξάδελφη): Που είσαι;
Ανδρέας: Στο δρόμο
Έφη: Ποιο δρόμο
Ανδρέας: Σε κάποιο δρόμο ... τι θέλεις και εσύ για δουλειά;
Έφη: Όχι, όχι, αύριο βράδυ να είσαι κούκλος. Σου έχω προξενιό!
Ανδρέας: (βαριές ανάσες ακούγονται)
Ανδρέας: (πάλι βαριές ανάσες ακούγονται)
Ανδρέας: (ξανά βαριές ανάσες ακούγονται)

(Ώχ ωχ ωχ ... πλησιάζει ο ζυγός μήνας με βήματα γοργά)


Θεσσαλονίκη
City σε χρόνο ρεκόρ!

Ότι πρόλαβα δηλαδή στο σου διότι στο κου δούλευα.

Ο όχι τόσο λευκός πύργος! Άμα δεν σας πατήσει κανένα αμάξι με τα έργα που γίνονται μπορείτε να βγάλετε μία αναμνηστική φωτογραφία που να είστε και εσείς μέσα!


Μα που βρίσκομαι; Στο 5th Avenue ή στη λεωφόρο Νίκης;


Μύρισε καλοκαιράκι (για πέντε λεπτά) στο Mistral.


Σε αυτή την πόλη μέχρι και οι υπόνομοι μυρίζουν τσουρέκι!


Τούφα (ή όπως αλλιώς το λέτε) στο Nouveu.


Στου Χατζή για καφέ. Κάποιος να μου εξηγήσει
πόσο κάνει το σαλέπι. Μόνο 30 λεπτά;


Επίσης θα ήθελα και μία μετάφραση για την λέξη “κάγκουρας”.
Κανένας θεσσαλονικιός δεν τα κατάφερε μέχρι τώρα.


Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2006

Παράθυρα

Αθήνα 4 Μαρτίου 2006

Το δωμάτιο κρύο. Τα σκεπάσματα ζεστά. Η απόλυτη ησυχία. Έτσι όπως μου αρέσει τον τελευταίο καιρό, έτσι όπως μόνο αντέχω τον τελευταίο καιρό. Χωμένος μέσα στο πάπλωμα. Μόνος ξανά. Μόνος για άλλη μια φορά.

Ανοίγω ένα ένα τα αγαπημένα μου blog. Πρώτα της φίλης μου της Mind … μετά του Νικόλα ... της Άννας κάπου εκεί στην Ισπανία ... της Ψιψινέλ στον Καναδά ... της Μένω Εκτώς από την Γερμανία, του Λουκουμιού από την συμπρωτεύουσα. Τα blog φορτώνουν. Όλα σε διαφορετικά παράθυρα. Όλα μαζί ... ταυτόχρονα. Νέα από διαφορετικές γωνιές του πλανήτη. Ξεκαρδιστικές αφηγήσεις από τον Λαμπρούκο, τη Βασιλική και τα απωθημένα της με το αφεντικό ... την Μαριλίνα να προσπαθεί να γίνει δασκάλα.

Πως έμπλεξα εγώ σε αυτήν την ιστορία; Εγώ που δεν τολμούσα να βάλω δύο ελληνικές λέξεις μαζί. Εγώ που έκθεση πάνω από 8, με άριστα το 20, δεν πήρα ποτέ. Με την ανωρθωγραφύα μου σε όλο της το μεγαλείο. Μερικές φορές ούτε το spell checker δεν με καταλαβαίνει. Πως έμπλεξα έτσι; Και εντάξει που έμπλεξα. Γιατί συνεχίζω; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που διαβάζουν τις σκέψεις μου ... τα συναισθήματα μου ... τα ξεσπάσματά μου. Καλά όταν γράφω χαζοαστείες ιστορίες στο γραφείο ... αλλά όταν γράφω για το πόσο δυστυχισμένος είμαι; Για το πόσο μόνος είμαι πάλι. Γιατί με διαβάζουν. Ποίος θέλει να μελαγχολήσει με τις ιστορίες μου.

Εγώ γιατί διαβάζω τις ιστορίες των άλλων. Να χάνομαι στις ιστορίες της Ελληνίδας και να μένω με ανοιχτό το στόμα. Ο δε Κοκοβιός, σκέτος πονοκέφαλος με τις αναλύσεις του για την ζωή. Γιατί βυθίζομαι στα ημερολόγια ψυχών που δεν γνωρίζω και μάλλον δεν θα γνωρίσω ποτέ. Γιατί;

Και καθώς αναρωτιέμαι όλα αυτά και σιγά σιγά γεμίζουν με ιστορίες τα παράθυρα μία απαλή άρια ξεκινά να παίζει. Τόσο απαλή σαν χάδι από φτερό. Κλείνω τα μάτια μου ... σβήνω τις σκέψεις μου. Η Μαρία Κάλλας να τραγουδά και εγώ να χάνομαι μέσα σε μια απέραντη γαλήνη ... στην ζεστασιά του κρεβατιού μου. Κάπου εκεί μέσα σε αυτόν τον απέραντο κόσμο, κάποιος από την παρέα μας, είχε ανοίξει το δικό του παράθυρό. Είχε βάλει όσο πιο δυνατά μπορούσε την μουσική για να την ακούσουμε όλοι μας. Η κρυστάλλινη φωνή της Κάλλας γέμισε το δωμάτιο ... γέμισε την ψυχή μου ... μαλάκωσε την ραγισμένη μου καρδιά.

Πρέπει να άκουσα τουλάχιστον πέντε φορές το Casta Diva πριν ανοίξω τα μάτια μου ξανά και συνειδητοποιήσω ότι ήταν πλημμυρισμένα στα δάκρια. Νομίζω ότι κατάλαβα γιατί είμαι ακόμα εδώ. Νομίζω ότι τώρα κατάλαβα.

Ευχαριστώ Λολιτάκι.

Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2006

Lost in Translation

Και φτάνει η μέρα εκείνη που ο παραμικρός θόρυβος είναι μαρτύριο. Τα αγαπημένα σου τραγούδια δεν είναι παρά μία φασαρία στα αυτιά σου. Η απόλυτη ησυχία είναι το μόνο που αντέχεις.

Να κουκουλώνεσαι με τα σκεπάσματα και να κρυώνεις αφόρητα. Να πρέπει να πας στη δουλειά και το πάπλωμα να σε έχει πλακώσει. Να κλαις και να μην ξέρεις αν είναι δάκρια ή σταγόνες βροχής.

Αυτά τα αστεία στην δουλεία, πώς να τα αντέξεις; Συναντήσεις με πελάτες μέσα σε μία ευτυχισμένη υποκρισία. Να πρέπει να κατσαδιάσεις υπαλλήλους χωρίς να έχεις κουράγιο να σηκώσεις το δάχτυλό σου. Και το μόνο που σκέφτεσαι είναι πότε θα τελειώσει η ημέρα για να χωθείς ξανά στο κρεβατάκι σου.

Έφτασε η μέρα που πάντα φοβάσαι. Και αναρωτιέσαι, που πήγαν όλα στραβά; Πως το τελευταίο παθιασμένο φιλί έγινε δεν σ’ αγαπώ; Μου λένε και οι φίλοι μου να μην δίνομαι ολοκληρωτικά σε μία σχέση. Πώς γίνεται αυτό; Πως γίνεται να δίνεις τον μισό σου εαυτό; Τι κάνεις με τον άλλο μισό; Τον κρατάς έκπληξη για αργότερα; Γίνεται; Δεν γίνεται! Μου λένε, και μάλλον έχουν απόλυτο δίκιο σε αυτό, να νοιώθει ότι μπορεί και να σε χάσει. Δεν ξέρω εγώ από παιχνίδια. Ξέρω μόνο να αγαπώ. Να αγαπώ και να νοιάζομαι. Τι τα χρειαζόμαστε τα παιχνίδια όταν και οι δυο είναι ευτυχισμένοι σε μία ατελείωτη αγκαλιά.

Που δεν ερμήνεψα τα σημεία σωστά; Κάπου χάθηκα μέσα στα μηνύματα. Κάπου εκεί ανάμεσα στα λόγια που ψιθυρίζαμε τα βράδια κάτι δεν μετάφρασα σωστά. Κάπου εκεί ... κάπου εκεί χαμένος στα φιλιά ... somewhere over there I lost it. I got lost into the feelings, the signs, the meanings. I am lost again … lost in my thoughts … thoughts I have no one to talk about … I wish I was home … I wish I was home … at least there I don’t have to translate …

Δευτέρα, Μαρτίου 13, 2006

Κάποιος να μου εξηγήσει ...


Κάποιος να μου εξηγήσει ... κάποιος να μου εξηγήσει γιατί θα τρελαθώ ... έτσι είναι να είσαι ερωτευμένος; Αυτό το χάλι το μαύρο που νοιώθω είναι έρωτας; Αν ναι ... ευχαριστώ αλλά μήπως και δε πάρω! Από πού να αρχίσω; Μου λέτε; Από που; Από τις ανορεξίες; Τις ανά πεντάλεπτο κυκλοθυμίες μου; Τις αϋπνίες; Την παράνοια που με κυριεύει ώρες ώρες; Από πού να ξεκινήσω; Πείτε μου!

Καταρχήν, η λογική εξαφανίζεται, τουλάχιστον σε μένα. Δεν ξέρω για σας αλλά σε μένα τίποτα από αυτά που κάνω δεν είναι λογικά, τίποτα δεν στέκει. Κάθε συναίσθημα υπερβαίνει της λογικής. Τι κι αν ζω όλη μου τη ζωή με κανόνες, τάξη και σύνεση; Άμα καψουρευτώ … Δεν πάει να είναι τρεις η ώρα το πρωί και να κοιμάμαι όρθιος ... αν στο ζητήσει ... βράστα. Έτρεχα την περασμένη Κυριακή τρεις η ώρα τα ξημερώματα για μία αγκαλίτσα. Και ας έπρεπε να ξυπνήσω σε τέσσερις ώρες για δουλειά. Μιλάμε λογική γιοκ.

Να μην αναφερθώ στη δουλειά που τα έχω φορτώσει στον κόκορα. Σήμερα πρωί, στο δρόμο για δουλειά, πήγα στο φαρμακείο. Ο Κώστας ο φαρμακοποιός έχει γίνει φιλαράκι πλέον ... ένα χρόνο κάθε μέρα φάρμακα για τον πατέρα μου. “Καλημέρα Ανδρέα” μου λέει. “Καλημέρα … Κώστα”. Εγώ εν τω μεταξύ έχω πάει κατευθείαν στα λάδια για μασάζ που έχει. “Όλα καλά;” Με ρωτάει. “Εσύ τι λες, Δευτέρα πρωί και εγώ ψάχνω λάδι για μασάζ”. Αυτό που δεν σας είπα είναι ότι χτες το βράδυ γυρνάει και μου λέει “πονάει το κορμάκι μου” ... από την πολύ δουλεία θέλω να πιστεύω. Μιλάμε παράτησα τα πάντα πρωί πρωί, εφορίες, τράπεζες, λογιστές και έτρεχα για να βρω λάδι μασάζ. Άστα να πάνε. Λάδι για αισθησιακό μασάζ αγοράζω από τη γειτονιά … αλλά για προφυλακτικά μπορεί και να οδηγήσω μία ώρα μακριά. Τι να σας λέω τώρα ... βράσε όρυζα. Μπορώ να μιλάω για ώρες για τα χαζά που κάνω.

Η αλήθεια είναι ότι όλο μου λένε πόσο “χαζό” είμαι. Δεν μου λένε αν είμαι σέξι, αν είμαι hot, έστω αν είμαι γλυκός! Μόνο “χαζό” με αποκαλούνε. Εγώ να λέω “αγάπη μου” και για απάντηση να παίρνω “χαζό μου”!

Τώρα που είπα “χαζό” ... με αυτό το χαζό χαμόγελο της colgate τι κάνουμε; Έχει κολλήσει πάνω μου και δεν λέει να φύγει. Τις προάλλες που πήγα σε δικαστήριο για μια δουλειά μάλλον δεν έκανα και την καλύτερη εντύπωση στην πρόεδρο. Με κοιτούσε με το κλασσικό βλέμμα “τι θέλεις από την ζωή μου” και την κοιτούσα με βλέμμα “εγώ έκανα sex χτες βράδυ... εσύ από πότε έχεις να το κάνεις;”

Να αλλάξουμε θέμα διότι παρεκτράπειν; Να μιλήσουμε για νευράκια. Πόσες φορές θα κοιτάξω αυτό το ρολόι σήμερα; Μου λέτε; Πόσες φορές; Εφόσον πνίγεται στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Τι περιμένω να με πάρει τηλέφωνο; Εγώ εν τω μεταξύ είμαι αυτός που λέω στους υπαλλήλους “τα προσωπικά μας τα αφήνουμε έξω από την πόρτα όταν ερχόμαστε για δουλειά!” Δάσκαλε που δίδασκες ... και εντάξει που έχω τα τρελά μου ... οι άλλοι τι φταίνε για τα ξεσπάσματα μου; Μου λέτε σε τι φταίνε; Έχω κατσαδιάσει κόσμο και κοσμάκη τελευταία ...

Να μην μιλήσω για τις ανορεξίες μου. Όταν λένε για πεταλούδες στο στομάχι αυτό εννοούνε; Να νοιώθεις το στομάχι σου να έχει φτάσει στο λαιμό; Να τρωω μια μπουκιά και να μου έρχεται να ξεράσω; Καλά όταν έχεις φαει χυλόπιτα. Το καταλαβαίνω να μην έχεις όρεξη. Αλλά και όταν είσαι μέσα στην τρελή χαρά; Δεκαπέντε κιλά έχω χάσει τους τελευταίους μήνες. Δεκαπέντε! Αγνώριστος έχω γίνει. Αν βάλεις ένα μήνα η κάθε σχέση που έχει διαρκέσει μέχρι τώρα – ο μήνας είναι το ρεκόρ μου μέχρι στιγμής – και ένα μήνα για να συνέλθω από την χυλόπιτα – τόσο μου χρειάζεται – ... για να υπολογίσω … τρεις σχέσεις συν αυτή που τρέχει τώρα ... Έξι και κάτι μήνες! Δεκαπέντε κιλά σε εξίμησι μήνες. Δεν πάμε καλά. Πάνε εκείνες οι εποχές που καθάριζα μία πίτσα μόνος μου. Που είναι οι κουβάδες παγωτού; Κόμπος έχει γίνει το στομάχι από έρωτες και χυλόπιτες.

Όχι ότι παραπονιέμαι διότι έχω γίνει και γαμώ τους γκόμενους με μείον δεκαπέντε. Μπαίνω σε μπαρ και για πρώτη φορά γυρνάνε να με κοιτάξουνε. Καλά δεν μιλάμε για το τι έγινε στο Λονδίνο πριν ένα μήνα. Ο Φίλιππος, το φιλαράκι μου, έχασε πάσα ιδέα για μένα. Να πέφτουν ξεροί γυναίκες και άντρες!!! Μιλάμε για τρελά καμάκια. Τι σε μπαρ, τι στον υπόγειο, τι στα μαγαζιά. Εντελώς στεγνά και ξεδιάντροπα μου την πέφτανε και με χουφτώνανε! Του είπα και εγώ ότι οι Λονδρέζοι είναι φιλικοί άνθρωποι. Τι άλλο να πω. Σιγά μη με πίστεψε. Εδώ σφαζόντουσαν παλικάρια και κοπέλες στα πόδια μου ...

Αλλά να επανέλθουμε στο θέμα μας. Μπορεί κάποιος να μου πει ... όντως έτσι είναι ο έρως ... όντως έτσι; Μήπως εγώ τον περνάω βαριά; Α! Τώρα που θυμήθηκα. Οι φίλοι μου! Από τότε που σταμάτησα να δουλεύω ολημερίς οληνυχτις, δηλαδή τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, και αποφάσισα να αποκτήσω προσωπική ζωή, τα έχουν χαμένα μαζί μου. Ένα μήνα εξαφανίζομαι, ένα μήνα κλαίγομαι. Ένα μήνα τους γράφω, ένα μήνα τρέχω για παρηγοριά. Μερικοί τα έχουν όντως χάσει μαζί μου γιατί δεν προλαβαίνουν να ενημερωθούν για όλες μου τις κατακτήσεις και μπερδεύουν πλέον ονόματα και πρόσωπα. Τώρα είμαι στον μήνα που τους γράφω αν και δεν τους το έχω πει ακόμα για να μην το γρουσουζέψω. Μου κάνει εντύπωση που είναι ακόμα φίλοι μου. Πρέπει να με αγαπάνε πάρα μα πάρα πολύ. Αυτοί και οι Λονδρέζοι.

Να μην μιλήσουμε για hobby στον ελεύθερο χρόνο. Δύο έχω αλλά μόνο τους μονούς μήνες του χρόνου διότι τους ζυγούς καψουρεύομαι. Κολύμβηση και ιππασία. Ξέρω, ξέρω, είμαι ψώνιο. Τα γαλλικά και το πιάνο μου λείπουνε. Αλλά μέχρι και ο δάσκαλος της ιππασίας με πήρε χαμπάρι και μου λέει “Χυλόπιτα; Χυλόπιτα; Έδωσες ή έφαγες;” Τι να του πω; Εν τω μεταξύ το άλογο με κοιτάει πλέον με μισό μάτι. Το έχω τρελάνει στα καρότα και στα μήλα διότι έτσι να κάνει θα βρεθώ φαρδύς πλατύς στις λάσπες.

Και επιστρέφω για άλλη μια φορά στο θέμα μας διότι αρκετά σας κούρασα με τα υπαρξιακά μου. Δεν θα αναφερθώ καν στις αϋπνίες και στις καρδιακές αρρυθμίες διότι δεν θα τελειώσω ποτέ! Έτσι όντως είναι; Έτσι είναι ο έρωτας; Τόσο μυαλό μας έδωσε ο θεός, γιατί το χαράμισε; Μπορεί κάποιος να μου πει που πάει η λογική όταν πατάμε μπανανόφλουδα; Περίπατο; Η όρεξη; Σουβλάκι δεν μπορώ να αποτελειώσω πλέον. Ήμαρτον. Δεν μιλάμε για τζατζίκι. Το έχω βγάλει από το λεξιλόγιο μου. Όχι εξηγήστε μου; Πόσους μήνες διαρκεί αυτό το χάος; Όχι να ξέρω διότι έτσι και πλακώσει η Άνοιξη ο Θεός βοηθός. Ξέρω ξέρω ... έτσι όπως πάω το καλοκαίρι θα με βρει κορμάρα!

Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2006

Boss’ Diary: Ο Αρραβώνας

Γιώργος: κ. Ανδρέα να σας ρωτήσω κάτι; Αληθεύει η φήμη;
Ανδρέας: Ποία φήμη;

Γιώργος: Ε να, αναρωτιόμασταν με τα παιδιά μήπως αρραβωνιαστήκατε;
Ανδρέας: ;;;;;

Γιώργος: ... επειδή δεν σας βλέπουμε συχνά πλέον στο γραφείο ... και νομίσαμε ότι αρραβωνιαστήκατε και τρέχετε με τις προετοιμασίες.
Ανδρέας: Και βάλανε εσένα αντιπρόσωπο να μάθεις;

Γιώργος: Ναι!
Ανδρέας: Και ποια είναι η νύφη;

Γιώργος: Εκείνο το κορίτσι που είχατε φέρει τα Χριστούγεννα και την ξεναγούσατε. Ήταν πολύ ωραία και την είχαμε κατασυμπαθήσει όλοι μας εδώ μέσα.
Ανδρέας: Ευτυχώς που την συμπαθήσατε ειδάλλως θα υπήρχε πρόβλημα. Και άλλη δουλειά δεν έχετε παρά να με κουτσομπολεύετε;

Γιώργος: Όχι! Εφόσον ξέρεται κ. Ανδρέα ... εδώ μέσα και στραβά να κατουρήσετε την άλλη στιγμή το μαθαίνουν όλοι.
Ανδρέας: Ναι αλλά εγώ δεν κατούρησα στραβά ... ένα κορίτσι έφερα εδώ μέσα και με παντρέψατε.

Γιώργος: Τελικά θα το πάρετε το κορίτσι ή θα μας αφήσετε στο σκοτάδι;
Ανδρέας: Όχι κ. Γιώργο ... ούτε που θέλω να ξέρω εκείνο το κορίτσι. Και για να μη μου μείνετε στο σκοτάδι και μου χαθείτε ... το κορίτσι ήταν λιγάκι σάικο.

Γιώργος: κ. Ανδρέα ... πως μιλάτε έτσι; Είστε το αφεντικό!
Ανδρέας:
Αφεντικό είμαι, όπως θέλω μιλάω! Όσο για το ότι δεν πατάω συχνά εδώ μέσα, είναι ολοφάνερο ότι με έχετε τρελάνει και δεν αντεχόσαστε και οι εικοσιπέντε σας!!!

Γιώργος: Μα κ. Ανδρέα εσείς μας διαλέξατε ... και τους εικοσιπέντε.
Ανδρέας:
Μήπως να σας ξεδιαλέξω;

Γιώργος: Να πηγαίνω λεω τώρα.
Ανδρέας: . . . . . .

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

Χτύποι Καρδιάς

Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου, 2006

00:45
Σαν κομμάτια παζλ ταιριάξαμε. Λες και τα σώματά μας φτιάχτηκαν το ένα για το άλλο ... από ταιριαστά καλούπια. Το ένα χέρι στα μαλλιά, το άλλο στη καρδιά. Χάνομαι μέσα στους χτύπους της και μαγεύομαι. Δεν χτυπάει με σταθερό ρυθμό. Πότε αργά, πότε γοργά.

2:15
Μόνο στο στόμα σε έχω φιλήσει και είναι περασμένες δύο. Που πήγε ο χρόνος. Δύο ολόκληρες ώρες και ακόμα δεν σε χόρτασα. Μόνο στο στόμα πρόλαβα να σε φιλήσω ...

3:20
Τι έγινε; Αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά σου. Τι αναποδιά! Σήμερα βρήκα να είμαι κουρασμένος; Σήμερα που σε γνώρισα; Αυτά τα μάτια σου ... τι χρώμα είναι; Μπλε δεν είναι. Πράσινα μπορεί. Υπάρχει όνομα γι’ αυτό το χρώμα; Κάτι σαν το μέλι στο ψωμί ένα ανοιξιάτικο πρωινό, τα νερά του Ιονίου ένα μεσημέρι του καλοκαιριού, το φύλλο της ελιάς στην δύση του Σεπτέμβρη...

4:00
Θα το σπάσω αυτό το ρολόι. Δεν θα βρει το ξημέρωμα. Τρέχει απόψε. Μία στιγμή σε φίλησα με κλειστά μάτια και πέρασε μισή ώρα. Έχουμε τρεις ώρες ακόμα και μόνο μέχρι τον λαιμό σου έχω φτάσει. Πόσο τρυφερός είναι ... πόσο μου αρέσει το χάδι στα μαλλιά ... πόσο μου λείπει το χάδι στην ζωή μου.

5:10
Σου έχουν πει πόσο γλυκά κοιμάσαι; Σου έχουνε πει πως ακόμα και με μάτια κλειστά λάμπεις; Βρίσκω ευκαιρία και χαϊδεύω μαλλιά ... μέτωπο ... μύτη ... χείλη ... Πέντε ώρες και δεν πρόλαβα τίποτα να κάνω μαζί σου. Οι ώρες γίνανε λεπτά. Τα λεπτά ... δευτερόλεπτα. Τα δευτερόλεπτα σβήσανε ... τουλάχιστον για απόψε.

5:30
Πάλι με πήρε ύπνος για μια στιγμή. Πάλι έχασα τον χρόνο μέσα στην αγκαλιά σου. Τον ακούς; Τον ακούς; Τον χτύπο! Τον ακούς; Τον χτύπο της καρδιάς; Δεν ξέρω αν είναι δικός μου ή δικός σου. Ακούω έναν δυνατό. Νοιώθω έναν.

6:25
Μόνο 35 λεπτά ακόμα αγκαλιά. Δεν είναι δυνατόν. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Φοβάμαι να κλείσω τα μάτια μήπως τον χρόνο ξανά χάσω... 35 μόνο λεπτά και μετά ... το ξυπνητήρι. 35 μόνο λεπτά ... φτάνουν δεν φτάνουν για 35 φιλιά.

6:57
Τι έγινε! Πάλι με πήρε ύπνος; Τρία μόνο λεπτά μείνανε. Γιατί έβαλες ξυπνητήρι; Πρώτη φορά θέλω να παγώσω τον χρόνο τόσο πολύ και έτσι αγκαλιασμένοι που ήμαστε δεν μπορώ.

6: 59
Το δωμάτιο ροδίζει από τις πρώτες ακτίνες. Στο πρόσωπο σου διακρίνω πλέον χαμόγελο. Σαν και αυτό που πρέπει να έχω και εγώ. Σιγά σιγά συνέρχεσαι από τον λήθαργο. Θέλω να μάθω αν είδες όνειρα αλλά το χαμόγελό σου λέει πολλά. Έχει μείνει μόνο ένα λεπτό. Προλαβαίνουμε για ένα τελευταίο φιλί πριν η καθημερινότητα διαλύσει τα πάντα. Μόνο ένα λεπτό για να σιγουρευτώ ότι δεν είσαι όνειρο. Φοβάμαι αν είσαι όνειρο θα γίνεις εφιάλτης. Αν είσαι όνειρο θα χάσω την γη κάτω από τα πόδια μου και άντε να την ξαναβρώ. Αν είσαι όνειρο ...

7:00
Ο χρόνος πάγωσε. Το ξυπνητήρι χτυπάει ενώ εσύ με φιλάς. Η στιγμή που δεν τελείωσε ποτέ. Η στιγμή που ανακάλυψα πως δεν ονειρεύομαι. Μία στιγμή που ακόμα και τώρα ζω. Μία στιγμή που ακόμα τώρα γεύομαι στα χείλη.

7:10
Νερό ζεστό σαν την αγκαλιά σου ... αφρός απαλός σαν το δέρμα σου. Σβήνω μία μία τις σκέψεις για δουλειά και δημιουργώ καινούργιες σκέψεις. Σκέψεις γεμάτες χαρά. Σκέψεις γεμάτες γλύκα. Και καθώς οι σταγόνες με αγκαλιάζουν, εγώ χαμογελώ ... χαμογελώ και σιγομουρμουρίζω μελωδία ξεχασμένη. Δεν θυμάμαι που την πρωτοάκουσα αλλά χαμογελώ. Αυτό τα λέει όλα.

11:20
Κρυώνω. Όσα ρούχα και αν φόρεσα δεν φτάνουν. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την ζεστή σου αγκαλιά. Τίποτα δεν συγκρίνεται με το χάδι σου. Μου έρχεται να τα παρατήσω και να έρθω να σε βρω. Χαμογελώ ... χαμογελώ και σιγοτραγουδώ! Η μελωδία έγινε τραγούδι. Τραγούδι χαραγμένο στην μνήμη που μόνο όταν ακουμπάω σύννεφα την φέρνω κατά νου. “... Gli occhi tuoi belli brillano ...*” Εκείνο το χάδι που ξεκινούσε από το λαιμό και έτρεχε στην πλάτη μου ... μη νομίζεις ότι δεν το κατάλαβα. Μπορεί η κούραση να είχε νικήσει αλλά ένιωθα κάθε σου άγγιγμα ... κάθε σου χάδι ... κάθε σου ανάσα ... fiamme di sogno scintillano ...**” ... κάθε σου χτύπο.

 * Τα όμορφά σου μάτια λάμπουν
** Όνειρο σπιθυροβόλο

Parlami d'amore
by Beniamino Gigli
Parlami d'amore
Μίλα μου για αγάπη
 tutta la mia vita sei tu
Εί
σαι όλη μου η ζωή
 Gli occhi tuoi belli brillano
Τα όμορφά σου μάτια λάμπουν
fiamme di sogno scintillano
Όνειρο σπιθυροβόλο
Dimmi che illusione non è,
Πες μου ότι δεν είναι φαντασίωση,
dimmi che sei tutta per me
Πες μου ότι ανήκεις σε μένα
Qui sul tuo cuor non soffro più,
Στην καρδιά σου δεν υποφέρω πια,
parlami d'amore...!
μίλα μου για αγάπη...!

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2006

Αδρεναλίνη στα Ύψη

Μιας και τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν ήτανε αρκετά
είπα να προκαλέσω και λίγο την τύχη μου ...

Πρώτη μέρα της άνοιξης σήμερα, το καρναβάλι στα high του και για να το γιορτάσουμε είχαμε κανονίσει ένα “μικρό” εταιρικό masque παρτάκι. Καλεσμένοι ... γύρω στους χίλιους εξακόσιους!!! Πόσους πραγματικά περιμέναμε ... ευτυχώς γύρω στους τριακόσιους.

Η ώρα να έχει πάει οχτώ και μισή και εγώ να κοιμάμαι όρθιος. Μην έχοντας κοιμηθεί ένα λεπτό το περασμένο βράδυ, χωρίς μία μπουκιά στο στόμα όλη μέρα από καθαρή βλακεία μου, ήμουνα έτοιμος να παραδώσω το πνεύμα. Αλλά με χίλιους εξακόσιους καλεσμένους ... φοράς το καλύτερο σου χαμόγελο και με μερικές γαργάρες Listerine είσαι έτοιμος για μια βραδιά γεμάτη μπλα μπλα ή όπως επιστημονικά αποκαλείται μία βραδιά δημοσίων σχέσεων!

Και εκεί που έκανα τις γαργάρες μου, έρχεται ο Βαγγέλης ο chef έντρομος. “κ. Ανδρέα ... η sangria έχει ημερομηνία λήξεως το Μάη του 2000!” Φτύνω το Listerine και με κοιμισμένο ύφος του λέω “κ. Βαγγέλη ... μήπως δεν είδατε καλά το μηδέν και είναι οχτώ; Ούτος η άλλος κρασάκι είναι, τι θα πάθει; Θα έχει ωριμάσει λίγο παραπάνω!”

Αμ δε! Η ωρίμανση είχε πετύχει μόνο στο άρωμα που πλέον θύμιζε τη θεία κοινωνία. Το χρώμα ... ένα βαθύ κοκκινωπό μπορντό που μόνο σε τοίχους κυριλέ μπουρδέλων βλέπεις. Τώρα γιατί γνωρίζω τις εικαστικές παρεμβάσεις στα κυριλέ μπουρδέλα είναι μία άλλη ιστορία που δεν είναι της παρούσης. Όσο για την γεύση ... ήταν σαν να έγλυφες σκουριά με ξύδι! Μιλάμε για φοβερή επιτυχία!

- Πόσα λίτρα έχουμε;
- Εκατό
.
- Τι άλλο έχουμε να πιούμε;
- Η πρόσκληση έγραφε
sangria και finger food. Δεν έχουμε τίποτα άλλο.
- Α! Σε πόση ώρα έρχονται οι καλεσμένοι;
- Σε μία.
- Σε πόση ώρα κλείνουν τα
super market;
- Σε μισή!
-
A! Ίσως θα έπρεπε να τρέξουμε.
- Ίσως.
. . . σιγή πέντε δευτερολέπτων ...
- Τρέέέέέέέέέέέέέχα

Το τι τελικά μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος υπό πίεση είναι αξιοθαύμαστο και πιστεύω ότι μια μέρα οι επιστήμονες θα έπρεπε να μελετήσουν σοβαρά την περίπτωσή μας. Πέντε μασκαράδες, πέντε αμάξια, πέντε κινητά, πέντε διαφορετικές κατευθύνσεις. Όλοι προς αναζήτηση όλων των αποθεμάτων sangria της περιοχής! Ένας γιατρός, μία νοσοκόμα, ένας νεράιδος, ένας ναυαγός και ένας chef. Μόνο ο τελευταίος ήτανε ντυμένος με τα ρούχα του!

Το τηλέφωνο να χτυπά ασταμάτητα.
- Βρήκα 5 λίτρα...
- Βρήκα 10...
- Δεν φτάνουν, βρες και άλλα!
- Δεν έχω λεφτά!
- Βάλτα στην κάρτα σου!
- Μα κ. Ανδρέα ναυαγός είμαι, που θέλετε να έχω χωμένη την πιστωτική;
- κ. Αλέξανδρε νομίζω ότι παρεκτρέπεστε
- Ευτυχώς εγώ έχωσα 20 ευρώ στην καλτσοδέτα μου!
- Δεσποινίς Αναστασία ... ούτε που θέλω να ξέρω.
- κ. Ανδρέα το μαγικό ραβδί μου ... έσπασε!

Μισή ώρα αργότερα μετράγαμε λίτρα sangrias. 96, 97, 98 ... Το πάρτι είχε απίστευτη επιτυχία και η sangria ίσα ίσα που έφτασε. Όσο για μένα ... από το στρες και την αδρεναλίνη στα ύψη είχα ξυπνήσει για τα καλά και δεν έβαλα γλώσσα μέσα όλο το βράδυ. Δε από χορό ... καλά να ήμαστε και του χρόνου να γλεντάμε μέχρι το ξημέρωμα.

Καλή μας άνοιξη ...

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2006

Παιχνίδια Ζωής

Σαν να μας χτύπησε κεραυνός ... εκείνο το λαμπερό απόγευμα της τελευταίας μέρας του Φλεβάρη. Σαν πραγματικά να μας χτύπησε κεραυνός. Να μη ξέρεις να γελάσεις η να κλάψεις. Ένα ακόμα παιχνίδι της ζωής σκέφτηκα και όσο και να ήθελα να χαρώ το δάκρυ κύλησε.

Όλη μέρα περίμενα το τηλέφωνο να χτυπήσει με τα νέα της ημέρας. Ήθελα να πάω και εγώ στο μαιευτήριο αλλά δυστυχώς δεν προβλέπεται η είσοδος σε φίλους ... ακόμα και στους καλύτερους. Ήθελα πάρα πολύ να πάω για να αναπληρώσω για εκείνη την ημέρα που πριν από τρία χρόνια γεννήθηκε η βαφτιστήρα μου και εγώ ήμουνα μακριά. Δεν πρόλαβα να ζήσω από κοντά την πρώτη της ημέρα και πάντα το είχα καημό. Έτσι και εγώ περίμενα τα νέα να έρθουν από το τηλέφωνο.

Και τα νέα ήρθανε. Αλλά ήτανε πολλά. Πιο πολλά απ’ τι ήθελες να είναι. Ένα υγιέστατο πανέμορφο κοριτσάκι, η μικρή Ελένη, γεννήθηκε στις δύο και μισή, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα του Φλεβάρη. Μόνο που ο παππούς της, ο κυρ Βαγγέλης, που μόλις το περασμένο καλοκαιράκι τρώγαμε αθερίνες δίπλα στο κύμα, μας είχε αποχαιρετήσει το βράδυ που μας πέρασε. Κοιμήθηκε γλυκά και ήσυχα ... κρατώντας το χέρι της μεγαλύτερής του αγάπης.

. . .

Στο μαιευτήριο μαζεύτηκε η παρέα κατά τις οχτώ και μισή το βράδυ. Η μπέμπα αφίχθη λίγο αργότερα μέσα στο τροχήλατο πυρεξάκι της. Όλοι εντυπωσιαστήκανε από το πόσο έμοιαζε στην βαφτιστήρα μου. Ακόμα και εκείνο το σημάδι στο μέτωπο είχε που με τον χρόνο ξεθώριασε.

Ο μπαμπάς όλο καμάρι, τόσα χρόνια φίλοι, και ποτέ δεν τον είχα δει τόσο περήφανο. “Ευτυχώς δεν πήρε τα αυτιά μου” να λεει και να ξανάλεει. “Ευτυχώς!” τον πειράζαμε κ’ εμείς.

Η μάνα έλαμπε όπως κάθε μάνα μετά από γέννα. Δεν ήξερε πόσο όμορφη ήτανε εκείνη τη στιγμή που κράτησε στην αγκαλιά της την μικρή αυτή ψυχή. Δεν ήξερε πόσο γλυκιά ήτανε και ας μην ήθελε να φωτογραφηθεί. Μάλλον είχε άλλα στο μυαλό της. Την ημέρα που έγινε μάνα για δεύτερη φορά έμελλε να μείνει ορφανή από πατέρα. Η ευτυχία, η θλίψη και πάνω από όλα η αγάπη ... πινελιές να χρωματίζουν το πρόσωπό της.

Όλοι ήμασταν χαρούμενοι θυμάμαι, όλοι μας χαμογελάγαμε ... αλλά το γέλιο που συνήθως αντηχεί δυνατά στην παρέα, το γέλιο που αντηχούσε στα τριγύρω δωμάτια, έλειπε ... κάποιος μας το είχε κλέψει. Κάποιος μας είχε βάλει ένα κόμπο στο λαιμό.

. . .

Γύρισα σπίτι με ανακατεμένα συναισθήματα. Είχανε συμβεί πάρα μα πάρα πολλά σε λίγες ώρες και δεν είχα προλάβει να τα αφομοιώσω, δεν είχα προλάβει να τα συνειδητοποιήσω. Είπα να κοιτάξω τα e-mail μου λίγο για να ξεχαστώ. Πρώτο πρώτο στη λίστα φιγούραρε μήνυμα από τον Γιάννη. Λίγο πιο σοφός, πολύ καλύτερος στα λόγια, μου έγραφε ...

“Είναι -δυστυχώς- αλήθεια πως ο άνθρωπος ορφανεύει, είτε χάσει τους γονείς του στα 10, είτε στα 50 του. Είναι κανονικό ξερίζωμα. Εύχομαι να καθυστερήσεις όσο γίνεται περισσότερο να το νιώσεις.”

Περίεργη που είναι η ζωή μερικές φορές. Περίεργη που είναι η ζωή ...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2006

False Alarm!

Ωχ, ωχ, ο Γρηγόρης στο τηλέφωνο. Πρέπει να του μιλήσω, πρέπει να βγω από εδώ μέσα. Συγνώμη, να περάσω, χίλια συγνώμη, είναι επείγον ... ωχ συγνώμη το popcorn σας ήτανε; θα σας πάρω άλλο ... χίλια συγνώμη, είναι επείγον ... , ωχ συγνώμη σας πάτησα ... η coca-cola σας ήταν κύριε ... συγνώμη θα σας φέρω άλλη ...

- Έλα Γρηγόρη, γεννάτε;
- Όχι, γιατί ρωτάς;
- Δεν με έχετε πάρει ποτέ τηλέφωνο στις 11 το βράδυ. Ήμουνα σινεμά και νόμιζα ότι γεννάγατε ...
- Αγάπη (φωνάζει στην αγάπη του φυσικά) ... νόμιζε πως γεννάγαμε χα χα χα ... ήμαστε στο κέντρο και ψάχνουμε ένα μέρος να φάμε γλυκό και μιας που εσύ ξέρεις από κέντρο ...
- Δηλαδή ούτε ένας πόνος;
- Ούτε ένας πόνος! Μέχρι την Πέμπτη το αργότερο ...

Κάθομαι σε ένα πάγκο, βγάζω το παπούτσι και την, μουσκεμένη από την coca-cola, κάλτσα ... την στύβω για να στάξει η coca-cola, αγοράζω μία καινούργια (coca-cola όχι κάλτσα) καθώς και ένα pop corn και επιστρέφω στην αίθουσα φορώντας μόνο μία κάλτσα, με την άλλη έχοντας καταλήξει στην τσέπη μου. Που πάω και τους βρίσκω ... τους φίλους μου ... μου λέτε; ... που πάω και τους βρίσκω;

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2006

Που πήγαν οι άγγελοι;


Η πόρτα δυστυχώς δεν άνοιγε αυτόματα. Έπρεπε εγώ να την σπρώξω, όπως κάθε φορά. Μόνο που σήμερα μου ήταν αδύνατον. Έσπρωχνα και τίποτα. Τα χέρια μου είχαν μουδιάσει. Έπρεπε να μπω μέσα και το σώμα μου αρνιόταν κατηγορηματικά.

Μία νοσοκόμα περνάει από δίπλα μου και ανοίγει την πόρτα. “Το ξέρω, είναι βαριά η άτιμη.” μου λέει και χαμογελάει. Δεν έχω δικαιολογία πλέον. Κάνω ένα βήμα και στέκομαι πάνω στα άσπρα και μαύρα πλακάκια της αίθουσας αναμονής. Το πάτωμα με μοτίβο σκακιέρα όσο πάει το μάτι σου. Είχα προσπαθήσει άπειρες φορές να τα μετρήσω εκεί που περίμενα νέα από τους γιατρούς αλλά πάντα έχανα το μέτρημα. Κάπου εκεί στη γωνία με τους καναπέδες, κάπου εκεί στο άγαλμα του Ιπποκράτη χανόμουνα στις σκέψεις μου, χανόμουνα στους αριθμούς και άρχιζα από την αρχή.

Μόνο συναισθήματα πόνου και απελπισίας μου έρχονται στο μυαλό. Μπορεί να έχει περάσει ένας μήνας από την τελευταία φορά που ξενύχτησα στο προσκεφάλι του πατέρα μου αλλά περιέργως νοιώθω σαν να ήταν χτες. Ζωντανές και παγερές μνήμες που δεν προσπερνιούνται εύκολα. Να γυρνάς και να λες στον γιατρό “τα χρήματα δεν είναι θέμα” και να σου απαντάει “μα τα χρήματα δεν είναι το θέμα”. Να περιμένεις πως και πως τις εξετάσεις να βγουν για να δεις αν ως δια μαγείας το χάος στη ζωή θα μπει ξανά σε τάξη. Μόνο που δεν έχεις καταλάβει ότι αυτό το χάος δεν είναι παρά μία νέα τάξη πραγμάτων μέσα στην οποία πρέπει να μάθεις να ζεις και να αναπνέεις.

Στην αίθουσα νομίζεις πως ο χρόνος έχει παγώσει. Τίποτα δεν αλλάζει. Οι άνθρωποι μπορεί να έρχονται και να φεύγουν αλλά η έκφραση στα πρόσωπά τους είναι πάντα η ίδια. Ένα βλέμμα απελπισίας, απορίας, ανικανότητας ... αγωνίας. Ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλο μιας μάνας, μία προσευχή ψιθυρίζεται από τα χείλη μιας γιαγιάς, ένα πρόσωπο κρύβεται μέσα σε μία αγκαλιά. Τίποτα δεν αλλάζει. Η σκηνή είναι πάντα η ίδια, οι ηθοποιοί μόνο αλλάζουν.

Κάθομαι στη γωνία σαν να θέλω να κρυφτώ. Περιμένω τον γιατρό να εμφανιστεί και παρατηρώ την οικογένεια τριγύρω μου. Σιωπηλή και σκυθρωπή. Το νοιώθεις ότι οι σκέψεις τους είναι στο ίδιο πρόσωπο. Νοιώθεις μία αγάπη, μία αγωνία. Κανένας τους δεν αναστενάζει. Όλοι κοιτάζουνε το πάτωμα και συγκρατούν τις αναπνοές τους. Σαν να θέλουν να παγώσουν το χρόνο. Το απόλυτο κενό. Μόνο ο ψαλμός από τα χείλη της γιαγιάς. Μιας γιαγιάς μαυροφορεμένης με το ευαγγέλιο στο χέρι που δεν θέλει να πιστέψει ότι ένα εγγόνι της μπορεί να φύγει πριν απ’ αυτήν. Με το άγχος να διαγράφετε στα πρόσωπά τους ... Κάπως έτσι ήταν και η δικιά μου οικογένεια όταν περιμέναμε έξω από το χειρουργείο. Κάπως έτσι ...

. . .

Έρχεται ο γιατρός και μου κάνει νόημα να περάσω στο γραφείο του. Με δυσκολία σηκώνομαι από την θέση μου. Για μια στιγμή νόμιζα ότι κάποιος με είχε δέσει στην καρέκλα. Έπρεπε για άλλη μια φορά να βρω το κουράγιο να ακούσω τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Περνάω μέσα στο γραφείο του και αρχίζει να μου εξηγεί τις μαγνητικές τομογραφίες, τις εξετάσεις αίματος και ό,τι άλλο είχε μπροστά του. Μου μιλούσε για πάνω από είκοσι λεπτά και εγώ δεν έλεγα τίποτα. Περιέργως για πρώτη φορά δεν πίστευα τι μου έλεγε. Για πρώτη φορά άκουγα κάτι θετικό και δεν ήθελα να τον διακόψω με ερωτήσεις για να μην γρουσουζέψω την στιγμή. Μιλούσε για το πώς οι μαγνητικές δεν έδειχναν τίποτα και εγώ να αναρωτιέμαι “μάλλον λάθος ακούω.” Δεν γίνεται εδώ και ένα χρόνο να μου λέει τα χειρότερα και ξαφνικά ένα πρωινό να μου τα παρουσιάζει όλα ρόδινα. Βέβαια το τι είναι ροδοπέταλο όσο αφορά την υγεία είναι σχετικό. Αλλά όταν είσαι κάθε μέρα για ένα χρόνο στο νοσοκομείο για ακτινοθεραπείες, και ξαφνικά σου λένε ότι κάθε ίχνος έχει εξαφανιστεί ... τότε ο κόσμος είναι όντως φτιαγμένος από τριαντάφυλλα. Οι τελευταίες λέξεις του γιατρού ήταν “Ο πατέρας σου δεν έχει τίποτα. Έχει καθαρίσει τελείως. Πρέπει μόνο να βρει ξανά τις δυνάμεις του και θα πάρει καιρό. Οι ακτίνες και τα χημικά τον έχουν καταπονήσει πολύ. Χρειάζεται υπομονή, πολύ υπομονή.”

Βγαίνω σαστισμένος έξω από το γραφείο του γιατρού. Όχι ότι δεν πίστευα σε ότι μόλις είχε συμβεί αλλά προσπαθούσα να καταλάβω την καινούργια τάξη πραγμάτων στην ζωή μας. Έγειρα σε έναν τοίχο και έκλεισα τα μάτια μου. Αφουγκράστηκα, και το μυαλό μου άρχισε να πλανάται σε χίλιες δυο σκέψεις. Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω πως μόλις είχε αλλάξει η ζωή μου και η ζωή όλης της οικογένειας μου. Σκεφτόμουν πώς θα ανακοίνωνα τα νέα στους γονείς μου. Περιμένανε τηλέφωνο αμέσως, αλλά χρειαζόμουνα μερικά λεπτά να συγκροτηθώ, να αισθανθώ λίγο ελεύθερος, να νοιώσω την αγωνία και το άγχος να γλιστράνε από το σώμα μου.

Και εκεί που για μία μόνο στιγμή ένοιωσα το βάρος που κουβαλούσα για ένα ολόκληρο χρόνο να φεύγει, ακούω μία κραυγή να διαπερνάει τα σωθικά μου. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την μάνα στα γόνατα και να σπαράζει. Ο άντρας της να την έχει αγκαλιάσει με όλη του την δύναμη και να της λέει “Κουράγιο ... κουράγιο”. Μόλις τους είχε πει ο χειρούργος ότι η εγχείρηση του παιδιού τους δεν πήγαινε καλά και ότι έπρεπε να προετοιμαστούν για τα χειρότερα. Η μάνα να συνεχίζει να σπαράζει και όλοι οι συγγενείς να κλαίνε σιωπηρά. Μία απόλυτη ησυχία ... ούτε βουητό από τον δρόμο, ούτε συνομιλίες από ανθρώπους, ούτε ένα τρίξιμο από κάποια καρέκλα. Μόνο η κραυγή της μάνας που σπάραζε και φώναζε “Γιατί; Γιατί; Θέλω το παιδί μου ...” Το ίδιο που αναρωτιόμουνα και εγώ όλους αυτούς τους μήνες και απάντηση δεν είχα βρει. “Γιατί; Γιατί;” Σφίχτηκε η καρδιά μου ... βούρκωσαν τα μάτια μου ... στέγνωσε το στόμα μου. Η κραυγές της μάνας είχαν μια μαχαιριά που έκοβε κάθε αναπνοή. Είχε μία γροθιά που έσφιγγε όλες τις καρδιές. Σαν ένα χαστούκι μέσα στον λήθαργο μου ... να με ξυπνάει.

Τι έγινε; Τι έγινε μόλις τώρα; Τι γίνεται αυτήν την στιγμή; Ένα παιδί πεθαίνει στο δίπλα δωμάτιο και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω. Δεν είναι δυνατόν αυτό. Δεν υπάρχει λογική. Μία μικρή ψυχή είναι έτοιμη να φτερουγίσει. Θεέ μου, τι γίνεται; Τι κάνεις; Που είναι οι άγγελοι σου τώρα που τους χρειαζόμαστε; Δεν θα έπρεπε ένας να είναι στο προσκεφάλι αυτού του παιδιού; Που είναι οι άγγελοι σου αυτήν την στιγμή; Κάνε κάτι! Μόνο εσύ μπορείς. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Δεν μπορείς τη μία στιγμή να μου λες χαρμόσυνα νέα και την άλλη αυτό. Που είναι οι άγγελοι σου; Γιατί τους κρύβεις; Τόσο κακοί έχουμε γίνει που αποφάσισες να μας τους στερήσεις; Μια μικρή ψυχή φεύγει ... σε παρακαλώ ... κάνε κάτι ... δεν είναι δυνατόν ... έναν άγγελο ... έναν μονάχα άγγελο ...

. . .

Γύρισα σπίτι μου χλωμός και αποκαμωμένος. Η οικογένεια μου είχε μαζευτεί και περίμενε πως και πως τα νέα μου. Τους είχα προετοιμάσει για τα καλά νέα, και είχαν φέρει μέχρι και τα ανίψια μου. Τέτοιες στιγμές είναι μοναδικές και θέλεις όλοι να τις ζούνε. Είχαμε να μαζευτούμε έτσι όλοι μαζί από το πασχαλινό τραπέζι. Κάθισα και τους είπα τα πάντα για τις εξετάσεις και σχεδόν αυτολεξεί τα τελευταία λόγια του γιατρού. Όλοι κρεμόντουσαν από τα χείλη μου στην κάθε λέξη που τους έλεγα. Να βλέπατε μόνο τα χαμογελά τους θα καταλαβαίνατε. Για μια στιγμή ο μικρότερος αδελφός μου άνοιξε και σαμπάνια. Έπρεπε να το γιορτάσουμε. Ένα ολόκληρο χρόνο δίναμε μάχη με τον καρκίνο. Δεν μας θυμάμαι να ήμασταν ποτέ τόσο ενωμένοι ... όλοι γύρω από τον πατέρα μας.

Ήταν όλοι τόσο χαρούμενοι, μα τόσο χαρούμενοι, και η δική μου ψυχή τόσο μαυρισμένη. Δεν ήξερα σε ποιον να πω τον πόνο μου. Πως τα φέρνει έτσι η ζωή. Να θέλω να χαρώ και να μην μπορώ. Να θέλω να γελάσω και να μου έρχονται κλάματα. Αυτή η ψυχή του παιδιού ... που να είναι τώρα. Σύρθηκα στην κυριολεξία στο κρεβάτι μου και ξάπλωσα με τα ρούχα μου. Μόνο τα παπούτσια κατάφερα και έβγαλα και κουκουλώθηκα με το πάπλωμα ολόκληρος ... ως πάνω πάνω να κρύψω το κεφάλι μου ... να χωθώ μέσα στα σκεπάσματα. Ήθελα τόσο μα τόσο πολύ μια αγκαλιά και δεν είχα έναν άνθρωπο να μου την δώσει. Ένα άνθρωπο να με χαϊδέψει, να μου πει ότι αύριο η μέρα θα είναι πάλι λαμπερή, ότι αύριο όλα θα είναι ένα παρελθόν. Και έτσι έκλεισα τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα. Αποκοιμήθηκα βαριά και σιωπηλά μέχρι το άλλο πρωινό.

Εκείνο το βράδυ είδα όνειρα. Πολλά όνειρα. Και όλα είχαν αγγέλους ... να μ’ αγκαλιάζουν και να με φιλάνε.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2006

As simple as that … my world collapsed

(Feels like spring time! 17 February 2006)

An angel from my past just whispered …

“I have taken a new position at Boston … bla bla bla ... a robust customer relationship management technology infrastructure bla bla bla ... I am going to be hiring some technology help soon. This project has your name all over it! Are you available?”

AAAAAAAAAAAARRRRRGGGGGHHHHH!
Someone please … take me out of my misery. Please …

Its 9:30 in the morning back home. Time for a Starbucks coffee with my buddies, time to laugh, time to create, time to conquest the world! I wish I was home … please someone take me out of my misery …

… and I was in such a great mood today … such a great mood …
fuck … fuck … fuck …

Και αυτή η γαμημένη αμυγδαλιά στον κήπο
για πότε σκέφτεται να ανθίσει;

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2006

Fame ...
Ιστορίες καθημερινής τρέλας στο γραφείο


Γιώργος: Με φωνάξατε κ. Ανδρέα;

Ανδρέας: Ναι ... για πες μου κ. Γιώργο ... αναρωτιόμουνα πως πήγε η οντισιόν;
Γιώργος: Πια απ’ όλες;

Ανδρέας: Υπήρξαν πολλές; Αυτή στο Dream Show;
Γιώργος: Α! αυτή ... δεν άρεσα στον Ψινάκη ...
αλλά θα του δείξω εγώ ... έχει ουρά η αχλάδα ...

Ανδρέας: Ποιος έχει ουρά;;;
Γιώργος: Η αχλάδα ... κ. Ανδρέα .. πολύ καιρό λείψατε στην Αμερική! Από στιγμή σε στιγμή περιμένω τηλέφωνο από τον agent μου για να μου πει για το
Fame Story Live της Κυριακής … η συνήθεια που έγινε λατρεία!!! (σε στάση John Travolta στο Saturday Night Fever)

Ανδρέας: Έχεις ατζέντη;
Γιώργος: Και ατζέντη έχω, και μακιγιέρ έχω και κομμωτή έχω. Στυλίστα δεν χρειάζομαι. Έχω αναλάβει εγώ το
styling μου. (φοράει κάπρι με αρβύλες και ένα πουκάμισο με μισές τσέπες και κάτι άλλα που δεν μπορώ να τα περιγράψω ... απλά τα έχω συνηθίσει μετά από δύο χρόνια και βαρέθηκα να τον κράζω για την εμφάνισή του)

Ανδρέας: Δηλαδή αν σε χρειαστώ Κυριακή βράδυ για δουλεία να μην ...
Γιώργος: Πάρτε για να μου πείτε καλή τύχη αν και το ακούνητο μου θα το έχει ο α
gent μου. Να σας τραγουδήσω κάτι; Μια Βίση; Έναν Σάκη;

Ανδρέας: Κ. Γιώργο ... είμαστε σε γραφείο ... ούτε Σάκη, ούτε Σούλα, ούτε Κούλα.
Γιώργος: Μάλιστα αφεντικό. Ξέχασα ... Σοβαρότης

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2006

Έρως ... ο παλμός μιας πόλης

Δυνατή μουσική παντού, νέον φώτα απ’ έξω να σε ζαλίζουν και το μάτι αχόρταγο. Να θέλω να τ’ αγοράσω όλα. Να έχω χαθεί μέσα στα CD και να μην ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω. Σαν παιδάκι σε μαγαζί με καραμέλες. Με κοιτάει η Beatrice και με μια γκριμάτσα μου λέει “Every time we come here you scare me!”.

Και η μουσική να παίζει όλο και πιο δυνατά και με πιο γρήγορο ρυθμό. Λατρεύω το Tower Records. Πόσα απογεύματα είχα περάσει εδώ ως φοιτητής να ακούω όλες τις καινούργιες επιτυχίες. Ερχόμουν με την Βεατρίκη όταν είχαμε αφραγκιές, σχεδόν κάθε εβδομάδα δηλαδή, και περνάγαμε τα σαββατόβραδά μας ακούγοντας μουσική και χορεύοντας. Μετα βίας προλαβαίναμε το underground. Πότε στο Jazz όροφο, πότε στον Soul, πότε στον Pop. Από Σινάτρα πηγαίναμε στην Kylie. Από soul στα ροκ. Ότι ήθελε η ψυχή μας κάναμε. Τρία χρόνια έχουμε να βρεθούμε και ένα είναι σίγουρο. Και οι δυο μας λάμπουμε από χαρά. Έχουμε τρεις μόνο μέρες να ανανεώσουμε την φιλία μας. Τρεις μόνο μέρες να την επαναφορτίσουμε. Τόσα να πούμε και τόσα να κάνουμε. Και εκεί που μου διηγείται για τις σκανδαλιές του Danniel, του βαφτισιμιού μου, ακούγεται από τα ηχεία το “Come Fly With Me” του James Darren … από τα πιο αγαπημένα μας swing τραγούδια. “Remember?” - Come fly with me, let's fly, let's fly away ... – Πάει η σοβαρότητα πάνε οι προβληματισμοί και αρχίζουμε να χορεύουμε μέσα στους διαδρόμους swing. Ο κόσμος να μας κοιτάει αλλά εμείς πλήρη αδιαφορία. Να κάνουμε τις χαζές φιγούρες μας, εκείνες που μόνοι μας εφεύραμε με τον καιρό, και να τους έχουμε όλους μα όλους γραμμένους. Έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να γυρίσουμε το ρολόι 15 χρόνια πίσω και κανείς δεν θα μας σταματήσει. - You may hear angels cheer 'cause we're together Κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει ... εκτός ...

. . .

Το κινητό χτυπάει και συνειδητοποιούμε ότι έχουμε στήσει τους πάντες. Τρέχουμε έξω από το Tower Records και βρισκόμαστε στην καρδιά του Λονδίνου. Ο Έρως στέκεται αγέρωχος πάνω στο συντριβάνι με φόντο τις τεράστιες νέον διαφημίσεις. Τόσα ραντεβού έχω δώσει σε αυτά τα σκαλοπάτια κάτω από τον φτερωτό θεό και πρώτη φορά πρόσεξα ότι δεν κρατάει βέλος. Μάλλον θα σκόρπισε ήδη τον έρωτα και δεν τον πρόλαβα...

Όλα τα φιλαράκια έχουν μαζευτεί. Εφτά στο σύνολο, ζωή να έχουμε, και όλοι περιμένουν από εμένα να τους δείξω το Λονδίνο για πρώτη τους φορά. Κοιτάνε τριγύρω τους με το στόμα ανοιχτό. Την Piccadilly ... την Regency ... τις τεράστιες διαφημίσεις που λάμπουν πιο πολύ και από τον μουντό Λονδρέζικο ήλιο; Τους έχω πει τόσες μα τόσες ιστορίες ... αναμνήσεις ... αναμνήσεις γεμάτες αισθήματα, γεμάτες ρυθμό, λαχτάρα για ζωή!

“Από δω” τους λέω, και τους δείχνω την Leicester Square που μια φορά δεν την έχω δει να μην εκπέμπει ζωή. Περνάμε τα φανάρια απέναντι χωρίς απώλειες και μπαίνουμε στην καρδιά της πλατείας. Εκατοντάδες άνθρωποί τριγύρω μας από όλο τον κόσμο. Δεκάδες διαφορετικές γλώσσες, δεκάδες διαφορετικές φυλές. Στο βάθος ακούγεται ο ρυθμός της ζωής να πλησιάζει. Κατεβαίνει από την Regency και όπου να ‘ναι φτάνει και στην πλατεία. “Από πού έρχεται αυτή η μουσική” ρωτάει ο Φίλιππος. Μια ζωή D.J. πάντα πρόσεχε την μουσική. Ένας συνδυασμός ντραμς, χεριών και άλλων αυτοσχέδιων οργάνων. “Έρχεται”. “Τι έρχεται;” με ξαναρωτάει. “Η ζωή που σου έλεγα. Έρχεται”. Και πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου η πλατεία γεμίζει με δεκάδες Χάρε Κρίσνα. Όλα τους παιδιά ... ήταν δεν ήταν 18. Οι περισσότεροι με ξυρισμένο κεφάλι και με άσπρους μανδύες. Να παίζουν τα ντράμς και να χτυπάνε παλαμάκια με ρυθμό σαν να μη υπάρχει αύριο. Να τραγουδάνε ακαταλαβίστικα λόγια και τριγύρω τους, δεκάδες άλλοι άνθρωποι να χορεύουν και να ζουν τον ρυθμό που καθορίζουν τα τύμπανα. “Τι λένε; Τι λένε;” με ρωτάει η Ιωάννα. “Τραγουδάνε tongue language. Είναι το τραγούδι της ψυχής ... η γλώσσα με την οποία μιλάει η ψυχή από μέσα σου. Βρίσκονται σε έκσταση όταν βγάζουν αυτούς τους ήχους. Δεν θα χορέψεις;” Με κοιτάει με ένα ύφος απαξιώτικο, αλλά μάλλον δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι όλη η Leicester Square έχει μπει στον ρυθμό των Χαίρε Κρίσνα και χορεύει. Όλοι χτυπάνε παλαμάκια μαζί τους και κάνουν ατελείωτους κύκλους τριγύρω τους. Να συντονίζονται εκατοντάδες καρδιές σε ένα ρυθμό ... να συναντιόνται εκατοντάδες ψυχές σε ένα ξέφρενο χορό. Μάτια να λάμπουν, χαμόγελα με την δική τους ιστορία, αγγίγματα που σημαίνουν τόσα μα τόσα πολλά ...

Μπαίνω και εγώ μέσα στον χορό και τραβάω και τους φίλους μου. Η Beatrice και εγώ να χορεύουμε σαν χαζοχαρούμενα. Να χοροπηδάμε μέσα στον ρυθμό και να γελάμε ανέμελα όπως τότε που ήμασταν 21. Τόσο εύκολα ξεχνάς τις έγνοιες σου; Τόσο εύκολα! Είχα ξεχάσει πως είναι να γεύεσαι την κάθε στιγμή. Όλα τα προβλήματα πίσω στην πατρίδα με έχουν πνίξει και έχω ξεχάσει πως είναι να ζω ... πως είναι πραγματικά να ζω!

. . .

Έτσι όπως ήρθανε σαν ανεμοστρόβιλος και ξεσήκωσαν την πλατεία, έτσι φύγανε. Κανείς δεν κατάλαβε τι έγινε. Κοίταξα τους φίλους μου και τους βρήκα όλους να χοροπηδάνε στον απόηχο των ταμπούρλων. Όλοι χαμογελάγανε με ένα βλέμμα σαστισμένο. Τι έγινε; Ξυπνήσαμε από τον λήθαργο μας; Σήμερα το πρωί παλεύαμε να προλάβουμε την πτήση για Λονδίνο και τώρα χορεύουμε στην Leicester Square;

“Παμε Covent Garden!” Δίνω το πρόσταγμα και όλοι μαζί περνάμε απέναντι τα φανάρια χωρίς καμιά απώλεια για άλλη μια φορά. “Είπαμε, κοιτάμε πρώτα δεξιά, και μετά αριστερά. Υπάρχουν και βελάκια κάτω στον δρόμο αν μπερδεύετε το δεξί με το αριστερό”.

Φτάνουμε στο πεζόδρομο του Covent Garden. Παντού τραγουδιστές, ζογκλέρ, και ταχυδακτυλουργοί. Ένα μικρό πανηγύρι. Μπροστά από την στάση του μετρό ένα pop γκρουπ, λίγο πιο κάτω ένας μίμος, εκεί στην γωνία ένας τζαζίστας με σαξόφωνο. Όλοι να προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου και όλοι να ελπίζουν σε κάποιο κυνηγό ταλέντων που θα τους ανακαλύψει ... όπως τότε με τους Beatles και τόσα άλλα διάσημα ονόματα που πέρασαν από αυτό εδώ το πλακόστρωτο.

Έχει αρχίσει πλέον και βραδιάζει. Οι ακτίνες του ήλιου μετα βίας μας αγγίζουν μέσα από τα σύννεφα. “Από εδώ” τους λέω και τους κάνω νόημα να μπούμε μέσα στην αγορά. Τα μαγαζάκια γεμάτα κόσμο, και όλα τα κορίτσια να θέλουν να μπουν μέσα να ψωνίσουν. Με δυσκολία τις τραβάω από τις βιτρίνες γιατί έχω άλλα σχέδια στο μυαλό μου. Πάμε προς την ανατολική πλευρά της αγοράς γιατί εκεί ελπίζω να τους δείξω το πάθος για ζωή όπως τους είχα υποσχεθεί. Τόσες φορές έχει συμβεί. Γιατί αυτήν την φορά να είναι διαφορετικά;

Και καθώς πλησιάζουμε το ακούω να αναδύεται μέσα από το κατώτερο διάζωμα ... το πάθος ... το πάθος για ζωή ... το ξαναβρίσκω μετά από τόσα χρόνια. Μία απίστευτη ησυχία κουκουλώνει την πολύβουη αγορά και οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου διαπερνούν την γυάλινη οροφή για να ροδοκοκκινίζουν τα πρόσωπα όλων. Παίρνουμε όλοι μας θέση τριγύρω και η μελωδία ξεκινάει. Όλοι σωπαίνουν για να ακούσουν τον τενόρο να τραγουδάει “Nessun dorma!... Nessun dorma!...” Νομίζω ότι πλέω σε πελάγη ευτυχίας. Ένας τενόρος με συνοδεία ενός έγχορδου quartet. Η αγαπημένη μου άρια. Αν μου έλεγε κανείς, πριν από μία εβδομάδα ότι θα βρισκόμουν στην καρδιά του Λονδίνου να ακούω όπερα του Puccini θα γελούσα.

“Τι λέει; Τι λέει;” ρωτάει η Αλίκη. Γυρνάω να της απαντήσω και βλέπω μία Αλίκη με γουρλωμένα μάτια να κοιτάει τον τενόρο μην της ξεφύγει τίποτα. Είναι να μην το πιστεύεις. Πριν από μερικές ώρες που πρότεινα στο αεροπλάνο να πάμε όπερα γελούσε με την ιδέα. Η Αλίκη που θεωρεί τον Αντώνη Ρέμο κουλτούρα, να έχει μείνει με ανοιχτό το στόμα. “Κανείς δεν κοιμάται, κανείς δεν κοιμάται, ούτε εσύ πριγκίπισσα ... Κανείς δεν ξέρει το όνομά μου ... μόνο το στόμα σου μπορεί να το αποκαλύψει.” της απαντάω.

Και ο τενόρος να συνεχίζει και η φωνή του να απλώνεται σαν ένα μαγικό πέπλο όπως η νύχτα. “Ed il mio bacio scoglierà il silenzio che ti fa mia!” Να μεταφράζω στην Αλίκη ψιθυριστά για να μην ενοχλήσω τους γύρω μου … “Το φιλί μου θα σπάσει την ησυχία και θα γίνεις δικιά μου” ... και να έχει βουρκώσει. Και η τελευταία ακτίνα του ηλίου να την φωτίζει και να είναι τόσο μα τόσο όμορφη.

Και να φτάνει στο αποκορύφωμα με το “Vincerò! Vincerò!” και ο κόσμος να έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. Η Αλίκη να πεθαίνει στην αγωνία για να μάθει τι σημαίνει “Vincerò” και να της ψιθυρίζω στο αυτί “Θα νικήσω! Θα νικήσω! Ο άγνωστος πρίγκιπας λέει στην πριγκίπισσα ότι θα νικήσει και θα κερδίσει την αγάπη της με το ξημέρωμα”. Και ο κόσμος να χειροκροτάει και να ζητωκραυγάζει! Η φωνή του τενόρου να έχει αγγίξει τις καρδιές όλων. Το πάθος του πρίγκιπα για ζωή και έρωτα να έχει γίνει πάθος όλων. Όλοι στην παρέα να με κοιτάνε βουρκωμένοι σαν να μην θέλουν να πιστέψουν τι έγινε μόλις τώρα, και η Άλικη με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της, να μου ψιθυρίζει στο αυτί ...

“Θέλω και εγώ να ερωτευτώ, θέλω και εγώ!”


Turandot by Puccini
Nessun_dorma.mp3
Il
Principe – Ο Πρίγκιπας


Nessun
dorma!... Nessun dorma!...
Κανείς δεν κοιμάται, Κανείς δεν κοιμάται

Tu pure, o Principessa,
Ούτε και εσύ πριγκίπισσα

nella tua fredda stanza
μέσα στο κρύο σου δωμάτιο

guardi le stelle che tremano
κοίτα τα αστέρια που τρέμουνε

d'amore e di speranza!
με αγάπη και ελπίδα! Ma il mio mistero
Αλλά το μυστήριό μου

è chiuso in me,
είναι κλειδωμένο μέσα μου

il nome mio nessun saprà!
το όνομα μου κανείς δεν ξέρει

No, no, sulla tua bocca lo dirò,
Όχι, όχι, μόνο το στόμα σου μπορεί να το πει

quando la luce splenderà!
όταν το φως της ανατολής θα λάμψει

Ed il mio bacio scoglierà

Το φιλί μου θα σπάσει

il silenzio che ti fa mia!
την σιωπή και θα γίνεις δικιά μου!

Dilegua, o notte! tramontate, stelle!
Αναχώρησε νύχτα! σβήσε τα αστέρια!

Tramontate, stelle! All'alba vincerò!
Σβήσε τα αστέρια! Με το ξημέρωμα θα νικήσω

Vincerò! Vincerò!
Θα νικήσω! Θα νικήσω!